Εμφανίζει 1045 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή

Ανδριόπουλος ή Θεοδωρόπουλος, Θεόδωρος

  • Άτομο

Γιος του Ανδρέα Θεοδωρόπουλου, ο Θεόδωρος παντρεύτηκε το 1927 τη Χρυσάνθη το γένος Σταματοπούλου, και απέκτησαν δύο κόρες: την Πολυτίμη και την Παρασκευή.
Η οικογένεια καταγόταν από την κοινότητα Χειράδων Αρκαδίας και το επώνυμο των γιων του Ανδρέα διαμορφώθηκε σε Ανδριόπουλος ή Θεοδωρόπουλος από το όνομα του πατέρα τους. Στα έγγραφα του αρχείου απαντούνται επίσης και οι τύποι Ανδρεόπουλος και Θεοδωρογιαννόπουλος.

Ανδριόπουλος ή Θεοδωρόπουλος, Ιωάννης

  • Άτομο

Η οικογένεια καταγόταν από την κοινότητα Χειράδων Αρκαδίας και το επώνυμο των γιων του Ανδρέα Θεοδωρόπουλου διαμορφώθηκε σε Ανδριόπουλος ή Θεοδωρόπουλος από το όνομα του πατέρα τους. Στα έγγραφα του αρχείου απαντούνται επίσης και οι τύποι Ανδρεόπουλος και Θεοδωρογιαννόπουλος.

Ανώνυμος Υφαντουργική Εταιρεία Μουταλάσκη

  • Συλλογικό Όργανο
  • 1927 - 1978

Η Ανώνυμος Υφαντουργική Εταιρεία Μουταλάσκη ιδρύθηκε στις 22.9.1927 (ΦΕΚ, Δελτίο Α.Ε.: 88/30.11.1927) στη Νέα Ιωνία από τους Αλέξανδρο (πατέρα), Γεώργιο και Συμεών (υιοί) Σινιόσογλου και Ιακώβ Τσαλίκογλου (και οι δύο οικογένειες είχαν ήδη δραστηριοποιηθεί στην υφαντουργία: η οικογένεια Ι. Τσαλίκογλου από το 1923 με αργαλειούς που είχε φέρει μαζί της από τη Μικρά Ασία, οι Αφοί Σινιόσογλου από το 1926). Την περίοδο 1930-1950, καθιερώθηκε στην αγορά με το υψηλής ποιότητας κάμποτ που παρήγαγε και σύντομα αναδείχθηκε ως μία από τις σημαντικότερες κλωστοϋφαντουργικές μονάδες της Ελλάδας. Στις 28.12.1978, η εταιρεία απορροφήθηκε και συγχωνεύτηκε με την Πειραϊκή Πατραϊκή Βιομηχανία Βάμβακος Α.Ε. (ΦΕΚ, τχ. Α.Ε. και ΕΠΕ: 3276/30.12.1978). Το 1986 αποσχίστηκε από την Π.Π. και επανασυστάθηκε με την επωνυμία Πειραϊκή Πατραϊκή Κλωστοϋφαντήριο Νέας Ιωνίας (πρώην Μουταλάσκη) Α.Ε. Το 1992 η εταιρεία έπαυσε τις εργασίες της και τέθηκε σε εκκαθάριση (ΦΕΚ, τχ. Α.Ε. και ΕΠΕ: 4726/13.10.1992). Ένα χρόνο αργότερα η εταιρεία αγοράστηκε από την «Σακαλίδης ΕΠΕ».

Αποστολίδης, Φώτιος

  • Άτομο
  • 1888 - 1960

Ο Φώτιος Αποστολίδης γεννήθηκε στην Τσεντώ της Ανατολικής Θράκης, το 1888. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Φοίτησε για δύο χρόνια στη Νομική Σχολή της Πόλης, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Εργάστηκε ως δάσκαλος στο ελληνικό σχολείο στις Μέτρες, όπου διορίστηκε ως διευθυντής, και στη συνέχεια στην Τυρολόη της Ανατολικής Θράκης. Το 1920 παντρεύτηκε τη Δεσποτούλα, κόρη του εμπόρου Γεωργίου Χαντζή, από την Τυρολόη, με την οποία απέκτησε δυο γιους, τον Γρηγόριο και τον Γεώργιο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Ξάνθη, όπου εργάστηκε αρχικά ως δικολάβος. Στη συνέχεια φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστρέφοντας στην Ξάνθη άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Κατά την περίοδο της βουλγαρικής Κατοχής, η οικογένειά του μετακινήθηκε στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Ο ίδιος έφυγε αλλά επέστρεψε σε σύντομο χρονικό διάστημα πίσω στην Ξάνθη, όπου παρέμεινε και μετά την απελευθέρωση, εργαζόμενος ως συμβολαιογράφος. Πέθανε το 1960.

Ο Φώτιος Αποστολίδης αναδείχθηκε ήδη από τον Μεσοπόλεμο σε έναν από τους σημαντικούς διανοούμενους της Ξάνθης. Ακραιφνής δημοτικιστής, έγραψε πολλά άρθρα και μελέτες για τους πρόσφυγες, την καθημερινότητα και τις δυσκολίες προσαρμογής τους, για τα λαογραφικά της γενέτειράς του, για την εκπαίδευση, για το κοινοτικό σύστημα. Αρκετά άρθρα του δημοσιεύτηκαν στον Τύπο της εποχής, ενώ μελέτες του έχουν περιληφθεί στο περιοδικό "Θρακικά".

Αποστολόπουλος, Νικόλαος

  • Άτομο
  • 1894 - 1944

Λίγα στοιχεία προκύπτουν για το πρόσωπο και τη ζωή του Ν. Αποστολόπουλου μέσα από το αρχείο του, τόσα όμως που να μας προκαλούν το ενδιαφέρον και την περιέργεια.
Ο Νικόλαος Αποστολόπουλος γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 30 Μαρτίου 1894. Ήταν γιος του Κερκυραίου Παναγιώτη Νικολάου Αποστολόπουλου, ο οποίος από την πλευρά της μητέρας του, Ιωαννίνας, συγγένευε με τη γνωστή οικογένεια των Βλασόπουλων της Κέρκυρας που αναγράφεται στο Libro d’ Oro. Ο Παναγιώτης Αποστολόπουλος που διηύθυνε το Ταχυδρομείο στη Σύρο, είχε τιμηθεί με τον Αργυρό Σταυρό του Γεωργίου το 1892, ενώ λίγα χρόνια αργότερα το 1900, προήχθη σε Επιθεωρητή των Ταχυδρομείων και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Πέθανε το 1905, ενώ η χήρα του Ελένη, το γένος Καλομενοπούλου, και μητέρα του Νικολάου έζησε μαζί με το μοναχογιό της στην Αθήνα μέχρι το 1943.
Ο Νικόλαος Αποστολόπουλος τελείωσε το πρώτο Γυμνάσιο στην Αθήνα το 1911 και κατόπιν γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Όπως ομολογεί ο ίδιος είχε κλίση προς τις ιστορικές μελέτες και τη δημοσιογραφία από πολύ μικρός. Πριν τελειώσει ακόμα το σχολείο συνεργαζόταν με τα περιοδικά Δάφνη του Σπ. Τρικούπη, Επιθεώρηση του Δεπάστα και την Εφημερίδα του Κορομηλά. Στην εφημερίδα του Κορομηλά, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του, αρθρογραφούσε εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του στη σκέψη αποχώρησης από την πολιτική του Γεωργίου Θεοτόκη, φίλου και συμπολίτη του πατέρα του, τον οποίο θαύμαζε και πίστευε ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε «να αναχαιτίσει την χαλάρωση του κοινωνικού ρυθμού» που είχε προκαλέσει η επανάσταση του 1909 στο Γουδί. Το 1916 όταν ο Θεοτόκης πέθανε και ο ελληνικός λαός ήταν εθνικά διχασμένος ο Αποστολόπουλος έκρινε ότι η Ελλάδα ήταν δύσκολο να παραμείνει ουδέτερη στον παγκόσμιο πόλεμο που είχε ξεσπάσει και ότι ήταν φυσικότερο να στραφεί στο συνασπισμό των χωρών όπου μετείχε η Αγγλία. «Η σκέψις αύτη με έκανε να θεωρήσω ως λύσιν την έξοδον της Ελλάδος εκ της ουδετερότητος, και να μην αρνηθώ τας υπηρεσίας μου προς την Κυβέρνησιν, ήτις ανέλαβε την σχετικήν ευθύνην. Εδέχθην ως εκ τούτου, κατά Σεπτέμβριον του 1917 την θέσιν γραμματέως εις το τότε ιδρυθέν Πολιτικόν Γραφείον Πρωθυπουργού. Αρχικώς διηύθυνεν ο Αναστάσιος Αδοσίδης, αλλά πολύ γλήγορα διευθυντής του Γραφείου κατέστη ο Αριστείδης Κυριακίδης μεθ’ ου με συνέδεσεν στενή φιλία τα μέγιστα υποβοηθήσασα την εκ μέρους μου ανάπτυξιν πρωτοβουλίας και τον χειρισμό ορισμένων υποθέσεων...». Έτσι από το 1917 μέχρι το 1920, ο Αποστολόπουλος εργάστηκε ως γραμματέας του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου και την ίδια περίοδο έγραψε μία μελέτη με θέμα «Ο ελληνικός μοναρχισμός 1915-1917» η οποία δημοσιεύθηκε αργότερα.
Μετά την αποτυχία των βενιζελικών στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, ο Σύνδεσμος Φιλελευθέρων του ανέθεσε τη διεύθυνση της Εκτελεστικής Επιτροπής του κόμματος των Φιλελευθέρων, η οποία στεγαζόταν στην οδό Βουκουρεστίου 20α. Έτσι από το 1921 μέχρι το 1924, την περίοδο που την αρχηγία των Φιλελευθέρων είχε αναλάβει ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, μέλος της Τριανδρίας (Βενιζέλος, Δαγκλής, Κουντουριώτης) στο κίνημα του 1916, ο Αποστολόπουλος παρακολουθούσε και διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του κόμματος. Τον Σεπτέμβριο του 1924 ανέλαβε τη θέση του διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας, του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον Απρίλιο του 1926. Στη συνέχεια γύρω στο 1928 ήταν μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Αεροπορικής Άμυνας και, μετά την επανασύσταση του κόμματος των Φιλελευθέρων, προϊστάμενος της γενικής γραμματείας του η οποία λειτουργούσε υπό τις διαταγές του υπαρχηγού του κόμματος Θεμιστοκλή Σοφούλη.
Μετά την τελευταία διακυβέρνηση της χώρας από τον Βενιζέλο, οι πολιτικές εξελίξεις, οι διαφωνίες και η ιδεολογική σύγχυση που επικρατούσαν στον πολιτικό κόσμο οδήγησαν τον Αποστολόπουλο στην αποστασιοποίησή του από το χώρο των φιλελευθέρων και στην απάρνηση του Βενιζέλου και του βενιζελισμού. Φίλος του Λαϊκού κόμματος το 1934, πολύ γρήγορα ασπάστηκε τις θέσεις του Ι.Μεταξά και το 1937 αποδέχθηκε τη θέση του συμβούλου στο Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο δικαιολογώντας την πολιτική επιλογή του στον Κοκό Μελά με τα εξής λόγια: «... Σας είναι γνωσταί αι αντιλήψεις μου σήμερον, αφού δεν σας απέκρυψα ποτέ ότι από τινών ετών έχω αναθεωρήσει τας πολιτικάς μου πεποιθήσεις...». Από το 1938 μέχρι το 1943 ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Νέοι Δρόμοι, όργανο της Εθνικής Συντηρητικής Οργανώσεως (Ε.Σ.Ο.) όπου αρθρογραφούσε και έγραφε στίχους και ποιήματα με το ψευδώνυμο «Σκοπευτής». Πρόεδρος της Οργάνωσης ήταν ο βιομήχανος Επαμεινώνδας Χαρίλαος, ιδρυτής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών, της οποίας ήταν πρόεδρος και καθηγητής. O Αποστολόπουλος με τη σειρά του διετέλεσε γενικός γραμματέας της Σχολής και καθηγητής της Βιοτεχνικής και Βιομηχανικής Ιστορίας στη Σιβιτανίδειο Σχολή και στην Τεχνική Σχολή Ήφαιστος. Σε μία επιστολή του (24/6/1938) προς τον πρίγκιπα Γεώργιο έγραφε: «...Με την πραγματοποίησιν αυτής της Σχολής, η οποία θα δώση ανωτέραν μόρφωσιν προς τους νέους φιλοδοξούντας να διευθύνουν εις το μέλλον τας επιχειρήσεις της Ελλάδος, νομίζω ότι συμπληρούται ο προορισμός και ως οργανώσεως και ως ατόμων...».
Ο Νικόλαος Αποστολόπουλος αυτοκτόνησε στις 29 Απριλίου 1944, σε ηλικία πενήντα χρόνων, ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας του.

[Πηγή: Βάρδα, Χριστίνα (επιμ.). Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.]

Αργυροπούλου, οικογένεια

Η οικογένεια Αργυρόπουλου είναι παλιά φαναριώτικη οικογένεια, που έδρασε προεπαναστατικά στην Κωνσταντινούπολη και μετεπαναστατικά στην Αθήνα.

Αρρεναγωγείον Χρυσοπηγής

  • Συλλογικό Όργανο

Για τη διοικητική ιστορία του σχολείου βλ. 11ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου Κρήτης

Ατζέμης, Ιωάννης

  • Άτομο

O Iωάννης Ατζέμης είναι γέννημα θρέμμα του χωριού Βάβδος Χαλκιδικής. Ως στρατιώτης πολέμησε στο Μικρασιατικό μέτωπο και αλλού. Το αρχείο του περιήλθε στον ανεψιό εξ αδελφής Νικόλαο Σαμολαδά κάτοικο Σερρών.

Βαμβακάς , Χαρίσιος

  • Άτομο
  • 1872 - 1952

Ο Χαρίσιος Βαμβακάς γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1872. Πήγε σχολείο στην πατρίδα του και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια στην Ελβετία, όπου αναγορεύθηκε διδάκτωρ του δικαίου και των πολιτικών επιστημών. Έζησε μερικά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε ως δικηγόρος με τον νομομαθή Τσάκο από την Ήπειρο τελειοποιώντας παράλληλα τα τουρκικά του.

Διετέλεσε βουλευτής Σερβίων και Κοζάνης στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο αντικαθιστώντας τον εκλεγμένο βουλευτή Κων. Δρίζη, ο οποίος του παραχώρησε τη θέση του, όταν παραιτήθηκε. Ήταν εκδότης και διευθυντής της γαλλόφωνης εφημερίδας Tribune με την οποία διαφώτιζε κυρίως τους ξένους για τα ελληνικά πράγματα. Το 1919 διορίστηκε από τον Ε. Βενιζέλο αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης κοντά στον γάλλο στρατηγό Charpy, διοικητή της Διασυμμαχικής Κυβέρνησης Θράκης και στη συνέχεια μετά την προσάρτησή της, Γενικός Διοικητής Ανατολικής Θράκης. Στη σοβαρή και λεπτή αποστολή που του ανατέθηκε επέδειξε πολιτική σύνεση. Επέβαλε άρτιο διοικητικό σύστημα και συνέβαλε στις συζητήσεις για την παράδοση της Δυτικής Θράκης σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης.

Εξελέγη γερουσιαστής στις 21 Απριλίου 1929 και διετέλεσε αντιπρόεδρος της Γερουσίας. Παραιτήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1930 για να βάλει υποψηφιότητα ως δήμαρχος Θεσσαλονίκης με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Διετέλεσε δήμαρχος της πόλης από το 1931 μέχρι τον Ιούλιο του 1933 οπότε επαύθη, αφού προηγήθηκε διαχειριστικός έλεγχος και του επιβλήθηκε ποινή αργίας από τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, Φίλιππο Δραγούμη, στο πλαίσιο των πολιτικών διώξεων των βενιζελικών.

Ασχολήθηκε με το εμπόριο δημιουργώντας τη «Βιομηχανία Τροχοφόρων Χαρίσιου Ηλ. Βαμβακά», ήταν μέτοχος της Ανωνύμου Εταιρείας Υφασμάτων «Υφανέτ» και νομικός σύμβουλος της βελγικής εμπορικής εταιρείας πετρελαίων SOCOMBEL.

Ήταν επίσης μέλος του Γενικού Διοικητικού Συμβουλίου της Γεωργικής Τραπέζης Μακεδονίας (1924-1930), της Ανωτέρας Ενοριακής Αντιπροσωπείας Θεσσαλονίκης (1927), επίτιμο μέλος του Ναυτικού Ομίλου Θεσσαλονίκης και του Γυμναστικού Συλλόγου «Μέγας Αλέξανδρος».

Είχε παντρευτεί την κόρη του δικηγόρου Τσάκου, με την οποία όμως διαζεύχθηκε. Είχε αποκτήσει πέντε παιδιά: την Ευφημία, σύζυγο του γιατρού Αλέκου Παπαθανάση τη Νίνα –σύζυγο Τάκη (Χάνου;), την Καίτη ή Κατίνα, σύζυγο Γιώργου Βοσνιάκου και τους Πέτρο και Ηλία.

[Τα βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν από τα βιβλία: Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης. Από το αρχείο του Χαρίσιου Βαμβακά. Επιμέλεια Καλλιόπης Παπαθανάση – Μουσιοπούλου. Αθήναι, 1975 και Παν. Λιούφη, Ιστορία της Κοζάνης. Εν Αθήναις 1924, ανατύπωση 1994 καθώς και από στοιχεία του αρχείου].

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

Γέννηση στην Κοζάνη

1909 Φεβρ. -1912 Σεπτ. Βουλευτής Σερβίων και Κοζάνης στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, μέλος της Οργανώσεως Κωνσταντινοπόλεως, εκδότης της «Πολιτικής Επιθεωρήσεως» συνεργάτης και αρθρογράφος της γαλλόφωνης εφημερίδας «Βήμα των εθνικοτήτων»

1913 Φεβρ.-1914 Ιούνιος Ο Βενιζέλος του αναθέτει διπλωματικές αποστολές σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Λονδίνο, Παρίσι, Πετρούπολη κλπ.) για τη διεκδίκηση των εθνικών δίκαιων. Καταδίκη του ερήμην σε θάνατο από την τουρκική κυβέρνηση για την εθνική του δράση

1912-1919 Εκδότης γαλλόφωνης εφημερίδας Tribune

1918 Οκτ. 18 – 1919 Σεπτ. Λαμβάνει μέρος στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων ως αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης για τα ζητήματα Θράκης και του αλύτρωτου ελληνισμού

1919 Σεπτ. 29 Διορίζεται αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στον Γάλλο στρατηγό Charpy που είχε αναλάβει τη Διασυμμαχική Διοίκηση της Δυτικής Θράκης για την επιδεξιότερη προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων. Κατορθώνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αρχιστράτηγου Fr. d’ Esperey και του Charpy

1920 Μαΐου 14 Κατάληψη Δυτικής Θράκης από τα ελληνικά στρατεύματα

1920 Μαΐου 21 Διορίζεται πρώτος Γενικός Διοικητής Δυτικής Θράκης

1920 Ιουλ. 30 Υπογραφή Συνθήκης Παρισίων με την οποία μεταβιβαζόταν η Δυτική Θράκη από τις Συμμαχικές Δυνάμεις στην Ελλάδα

1920 Σεπτ. 5 – Νοεμ.. 26 Διοικητής Ανατολικής Μακεδονίας

1929 Απρ. 21 – 1930 Δεκ. 23 Εκλέγεται γερουσιαστής και διατελεί αντιπρόεδρος της Γερουσίας

1930 Δεκ. 23 Εκλέγεται με συντριπτική πλειοψηφία δήμαρχος Θεσσαλονίκης

1931 Οκτ. Παίρνει μέρος στο Β΄ Βαλκανικό Συνέδριο στην Κων/πολη

1931 Οκτ. 26 Επίσκεψη Προέδρου Δημοκρατίας Αλεξ. Ζαΐμη στη Θεσσαλονίκη

1933 Ιούλ. 1 Αποχωρεί από τη δημαρχία

1935 Αποσύρεται από την πολιτική

1952 Πεθαίνει μετά από μακρά ασθένεια

Βαρδουλάκη-Νικολάκη, Ειρήνη

  • Άτομο

Βαρδουλάκη-Νικολάκη Ειρήνη. Διηγηματογράφος και δραματική συγγραφέας, με ψευδώνυμο Μανουέλα. Σπούδασε στο Αρσάκειο και στην Ελβετία. Έργα της παραστάθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Έργο της με τίτλο «Τον σκότωσα» βραβεύτηκε σε διαγωνισμό της εταιρείας Ελλήνων θεατρικών συγραφέων.
Πηγή: Ν.Ι. Λάσκαρις, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, τομ. 18 (1932).

Βασιλικός, Νίκος

  • Άτομο
  • 1898 - 1989

Ο δικηγόρος Νίκος Βασιλικός γεννήθηκε στο Θεολόγο της Θάσου στις 30 Σεπτεμβρίου 1898. Το 1917 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Μυτιλήνη (1918-1919) και στη συνέχεια στο Μικρασιατικό μέτωπο. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή τον Ιούνιο του 1923. Τον Σεπτέμβριο του 1925 εγκαταστάθηκε ως δικηγόρος στην Καβάλα. Πολιτεύθηκε και στις 26 Ιανουαρίου 1936 εκλέχθηκε πρώτος βουλευτής Καβάλας. Τα χρόνια της Κατοχής τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη. Το 1945 επέστρεψε στην Καβάλα από όπου μετακόμισε οριστικά το 1947. Πολιτεύθηκε με το Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου αλλά δεν εκλέχθηκε στη Θάσο. Τον Απρίλιο του 1959 ανέλαβε την υπόθεση Πόλκ με την οποία και έγινε ευρύτερα γνωστός.Ο Νίκος Βασιλικός ήταν ο συνήγορος του κατηγορουμένου δημοσιογράφου Γ. Στακτόπουλου στην πολύκροτη δίκη. Μετά τη συνταξιοδότησή του διέμενε στην Αθήνα. Παντρεμένος με την Καίτη Βασιλικού απέκτησε δύο παιδιά, την Έλζα και τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό.
[Στοιχεία για το σύντομο βιογραφικό του Ν.Β. έχουν αντληθεί από την έκδοση Νίκος Βασιλικός, Ημερολόγιο της Μικρασιατικής Καταστροφής, Βασίλης Βασιλικός, Η Δίκη των Έξ, Εκδόσεις Γνώση (1993) και από το άρθρο του Κωνσταντίνου Χιόνη για τον Ν. Βασιλικό δημοσιευμένο στα Θασιακά, περιοδική έκδοση της Θασιακής Ένωσης Καβάλλας, Τόμος Β’, 5.]

Βελούδιος, Αθανάσιος (Θάνος)

  • Άτομο
  • 1895 - 1992

Έλληνας αεροπόρος, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και αργότερα καλλιτέχνης και ηθοποιός.
Το 1917 κατατάχτηκε ως σημαιοφόρος στην Ναυτική Αεροπορική Υπηρεσία. Κατά το διάστημα 1917-1918 συμμετείχε σε αεροπορικές επιχειρήσεις στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), συμμετείχε σε επιχειρήσεις με τη "Ναυτική Αεροπορική Μοίρα Σμύρνης". Σε μία από τις αποστολές που ανέλαβε, στις 25 Ιουνίου 1920, με αεροσκάφος B.E.2e, εκτέλεσε αναγνώριση στον τομέα Προύσας - προσβάσεων όρους Ολύμπου Βιθυνίας - Μουδανιών. Αφού εξακρίβωσε τις θέσεις των ελληνικών στρατευμάτων, που προήλαυναν δυτικά της Προύσας, πέταξε πάνω από την ίδια πόλη και εκτέλεσε παράτολμη προσγείωση, στον περίβολο της εκεί Οθωμανικής Στρατιωτικής Ακαδημίας, όπου ύψωσε στον ιστό της την Ελληνική σημαία και στη συνέχεια απογειώθηκε. Για αυτή την ενέργεια έλαβε το προσωνύμιο Πορθητής της Προύσας. Ο Βελούδιος συμμετείχε σε αεροπορικές αποστολές μέχρι και τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία, με τα "Προκεχωρημένα Αεροπορικά Σμήνη Μετώπου", ενώ τον Σεπτέμβριο του 1921 του απονεμήθηκε ο Πολεμικός Σταυρός Γ' Τάξης. Το 1923 απομακρύνθηκε από τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά επανήλθε το 1927. Αποστρατεύτηκε τελικά ως αντιπλοίαρχος το 1934.
Παράλληλα, εκτός της στρατιωτικής σταδιοδρομίας, ο Αθανάσιος Βελούδιος συμμετείχε ως συνεργάτης του Άγγελου Σικελιανού στις Δελφικές Εορτές, το 1927 και 1930. Συγκεκριμένα, το 1927, κλήθηκε από την Εύα Πάλμερ-Σικελιανού (κατόπιν γνωριμίας και σύνδεσής του με το ζεύγος Σικελιανού) να παρουσιάσει στις Δελφικές Εορτές του 1927 τον «Αρχαίο Ελληνικό Πυρρίχιο χορό», διδάσκοντας ο ίδιος ως «χορογράφος και ρυθμοδότης» («εκρατούσα μόνος μου το σωστό μέτρον, με ένα τύμπανον», θα γράψει σ’ ένα του κείμενο) τα βήματα και την κινησιολογία του αρχαίου πολεμικού χορού σε νέους της εποχής (υπήρχαν και απλοί έφηβοι, μέλη μιας ομάδας «Αθηναίων Προσκόπων», και «αληθινοί Οπλίτες που μου εδάνεισεν ο Βασιλικός Ελληνικός Στρατός», όπως θυμάται ο ίδιος ο Βελούδιος, ως συμμετέχοντες στις χορευτικές ομάδες). Η αρχική επιτυχία των πρώτων εορτών του ζεύγους Σικελιανού οδήγησε στην επανάληψη της διδασκαλίας και παρουσίασης του Πυρριχίου το 1930, με υπεύθυνο και αυτήν την φορά τον ίδιο. Η έμπνευση και οι σχετικές γνώσεις του Βελουδίου για την διδασκαλία της «Πυρριχίου Στρατιωτικής Ορχήσεως» (κατά δήλωσή του) στις Δελφικές Εορτές προήλθαν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, από «εν είδη στιγμιοτύπων απεικονίσεις σε αρχαία κλασικά βάζα (Δούριδος Εξεκίου κλπ.), από φιγούρες ορχουμένων αρχαίων Ελλήνων και κυρίως από «τα πατήματα» των Νεοελλήνων με τον χορόν των […]».
Αργότερα, συμμετείχε ως ηθοποιός στις ταινίες: «Γαλήνη» (1958) του Γρέγκορι Μαρκόπουλου, «Η Χρυσομαλλούσα» (1978) του Τώνη Λυκουρέση, «Ελευθέριος Βενιζέλος 1910–1927» (1980) του Παντελή Βούλγαρη, «Μανία» (1985), και «Ταξίδι του μέλιτος» (1979) του Γιώργου Πανουσόπουλου.

Βενιζέλος, Ελευθέριος

  • Άτομο
  • 1864 - 1936

Χρονολόγιο

1864 (23 Αυγούστου) Γέννηση στις Μουρνιές Κυδωνίας
1887 Αποφοίτηση από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών
1897 Πρόεδρος της Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών
1898 Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής των Κρητών
1899 Σύμβουλος (υπουργός) Δικαιοσύνης του ύπατου αρμοστή Κρήτης πρίγκιπα Γεωργίου
1901 Παραίτηση (απόλυση) από τη θέση του συμβούλου. Αρχηγός των αντιδρώντων στην αυταρχική πολιτική του Γεωργίου
1905 Αρχηγός της Επανάστασης του Θέρισου
1910 Πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης και πρωθυπουργός της Κρήτης. Πρωθυπουργός της Ελλάδας, υπουργός Στρατιωτικών και Ναυτικών
1912 Βασικός πρωτεργάτης της Βαλκανικής Συνεννόησης εναντίον της Τουρκίας
1913 Υπογράφει τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου και των Αθηνών
1916 Μέλος της Τριανδρίας της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη
1917 Πρωθυπουργός και υπουργός Στρατιωτικών
1919 Μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας. Υπογράφει τη Συνθήκη του Neuilly
1920 Υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών
1923 Υπογράφει τη Συνθήκη της Λωζάννης
1924 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος) Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης και πρωθυπουργός. Παραιτείται και αναχωρεί για το Παρίσι
1928 Πρωθυπουργός της Ελλάδας
1930 Υπογράφει στην Άγκυρα το Σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας
1932 (Μάιος) Παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου
1932 (Ιούνιος) Σχηματίζει νέα κυβέρνηση
1933 Σχηματίζει την τελευταία του κυβέρνηση
1936 (18 Μαρτίου) Θάνατος στο Παρίσι. Κηδεύεται στο Ακρωτήρι Χανίων

Βεντήρης, Γεώργιος

Ο Γεώργιος Βεντήρης, του Αντωνίου, ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, ιστορικός και πολιτικός. Γεννήθηκε στην Άρτα το 1890, με καταγωγή από τη Λακωνία, και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα εισήλθε στο δημοσιογραφικό χώρο όπου και σημείωσε ταχύτατη εξέλιξη, αναλαμβάνοντας αρχικά διευθυντής της εφημερίδας «Θάρρος των Καλαμών», και υπερθεματίζοντας το Κίνημα στο Γουδί και τον ερχομό του Βενιζέλου. Κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων και τη μετέπειτα εποχή, έχοντας μετακομίσει στην Αθήνα, διηύθυνε διάφορες άλλες εφημερίδες της φιλελεύθερης παράταξης, όπως: τη «Νέα Ελλάς», «Πατρίς», «Νέα Ημέρα Τεργέστης», »Ελεύθερον Βήμα». Από της εποχής μάλιστα που ανέλαβε διευθυντής της "Πατρίδος" υπήρξε έμπιστος φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μετά το θάνατο του τελευταίου το 1936, συνδέθηκε φιλικά με τον Νικόλαο Πλαστήρα.
Κατά το λεγόμενο Κίνημα Παγκάλου 25ης Ιουνίου 1925 ο Βεντήρης υπέστη άγριο διωγμό μαζί με άλλους δημοκρατικούς πολιτικούς. Την περίοδο 1927-1931 ασχολήθηκε με τη συγγραφή δίτομης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας, με τίτλο Η Ελλάς του 1910-1920 (1931, 1970), που αποτελεί αξιόλογη συμβολή στη νεότερη ιστορία της χώρας και με την οποία επιχείρησε να ερμηνεύσει τον Εθνικό Διχασμό. Το 1946 ο Βεντήρης συμμετείχε στην ελληνική αντιπροσωπεία στη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Διάσκεψη της Ειρήνης. Επί βασιλείας Παύλου του Α΄ διετέλεσε διευθυντής της γενικής γραμματείας του πολιτικού Οίκου του Βασιλέως, επειδή πίστευε πως θα βοηθούσε στην άρση του εθνικού διχασμού, απογοητεύοντας όμως τους παλαιούς φίλους του. Πέθανε το 1954 στη Λωζάνη της Ελβετίας, σε ηλικία 64 ετών.

Βερναρδάκης, Αθανάσιος

  • Άτομο
  • 1844 - 1912

Ο έμπορος και λόγιος Αθανάσιος Βερναρδάκης γεννήθηκε στην Αγία Μαρίνα της Μυτιλήνης το 1844. Ήταν ο δευτερότοκος γιος του Νικολάου Βερναρδάκη και της Μελισσηνής Τραντάλη και αδελφός των, γνωστών επίσης λογίων, Δημητρίου (1833-1907) και Γρηγορίου Βερναρδάκη (1848-1925). Τελείωσε το Γυμνάσιο στην Αθήνα και σπούδασε Πολιτική Οικονομία στο Παρίσι (1866-1870). Έζησε στην Κωσταντινούπολη και αργότερα στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο ενώ τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια της ζωής του χρημάτισε τραπεζίτης. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας των Παρισίων και της Ακαδημίας του Στανισλάου. Παντρεύτηκε το 1874 την Θαλία Κωνστ. Βικέλα, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά τον Κωνσταντίνο, την Μαρίνα, και την Έλλη. Πέθανε στην Αθήνα το 1912 σε ηλικία 68 ετών.

Βουτιερίδης, Ηλίας

  • Άτομο
  • 1874 - 1941

Ο Ηλίας Βουτιερίδης, ιστορικός, κριτικός της λογοτεχνίας, λογοτέχνης και δημοσιογράφος, με καταγωγή από τη Μεθώνη, γεννήθηκε το 1874 στο Σουλινά της Ρουμανίας, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε στο Ελληνικό Προξενείο. Πέρασε στην Πάτρα (και για σύντομα διαστήματα στη Μυτιλήνη και την Κεφαλονιά) την παιδική του ηλικία, ως τον θάνατο του πατέρα του, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Φοίτησε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο και σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή, ενώ από μαθητής ακόμη του γυμνασίου ήταν γραμματέας της ελληνογαλλικής εφημερίδας Διπλωματικός Μνήμων. Πρωτοδημοσίευσε το 1893 μία μετάφραση γαλλικού διηγήματος στο περιοδικό Η Φύσις και το 1897 είδαν το φως τα πρώτα του ποιήματα στον Νεολόγο. Την ίδια χρονιά συμμετείχε ως εθελοντής υπολοχαγός στην Κρητική επανάσταση, της οποίας την ιστορία και εξέδωσε (1898). Για αρκετά χρόνια εργάστηκε ως ιδιαίτερος γραμματέας του δημάρχου Σπ. Μερκούρη. Από το 1897 ασχολήθηκε ενεργά με τη δημοσιογραφία και έκτοτε εργάστηκε ως ανταποκριτής, συνεργάτης, συντάκτης και αρχισυντάκτης πολλών εφημερίδων (Νεολόγος, Καιροί, Τηλέγραφος, Θάρρος, Θόρυβος, Ακρόπολις, Αστραπή, Σκριπ, Πατρίς, Νέα Ελλάς, Πρόοδος, Ανατολή, Άμυνα, Εφημερίς, Εμπρός, Καθημερινή, Ελεύθερο Βήμα, Τύπος κ.ά.). Ως μεταφραστής και κριτικός της λογοτεχνίας δημοσίευσε μεταφράσεις, άρθρα και μελέτες σε φιλολογικά περιοδικά όπως ο Νουμάς (μεγάλο μέρος του οποίου έγραφε με τα ψευδώνυμα "Γρίφιλος", "Γοργίας", "Σταύρος Λαμπέτης" και "Τίμωνας"), τα Παναθήναια, η Νέα Εστία, τα Ελληνικά Γράμματα, η Ιόνιος Ανθολογία, η Νεοελληνική Επιθεώρησις, η Αναγέννηση, ο Πυρσός. Το 1911-1912 εξέδωσε ο ίδιος το περιοδικό Χρονικά και το 1927 τέσσερα φυλλάδια του δελτίου «Βιβλιοθήκη Νεοελληνικής Λογοτεχνίας».
Το 1904 μετέβη στην Αλεξάνδρεια με σκοπό να υποστηρίξει εκεί την ιδέα του δημοτικισμού. Το 1908-1910 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, συνεργαζόμενος μυστικά με το Ελληνικό Προξενείο, σταλμένος αρχικά από την εφημερίδα Σκριπ και στη συνέχεια από την εφημερίδα Εμπρός, ενώ συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες Αλήθεια – Νέα Αλήθεια, Φάρος της Θεσσαλονίκης και Σύνταγμα. Το 1910 φυλακίσθηκε από τους Τούρκους δύο φορές, ενώ στη συνέχεια κατέβηκε στην Κρήτη για να υποστηρίξει τον Βενιζέλο, κυρίως μέσα από την εφημερίδα Σκριπ. Το 1921 παρακολούθησε πεζός την εκστρατεία της Μικράς Ασίας (για την οποία εξέδωσε το βιβλίο Η εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου, 1922) ως απεσταλμένος της εφημερίδας Εμπρός, ενώ τον επόμενο χρόνο διηύθυνε την εφημερίδα Ο Συνάδελφος της Στρατιάς στη Σμύρνη. Διετέλεσε Γραμματέας της Εθνικής Βιβλιοθήκης (1923-1939), επίλεκτο μέλος της «Ενώσεως Ελλήνων Συντακτών» (1914-1941) και πρόεδρός της (1921-1922 και 1923-1924), καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου (1924-1930) και στη συνέχεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου(1930-1941) και σύμβουλος και γραμματέας της «Νέας Σκηνής» του Κ. Χρηστομάνου (1901). Αγωνίστηκε με συνέπεια για την επικράτηση του δημοτικισμού και έγραψε άρθρα στο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη (1927-1931) και τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία (1926-1934). Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές Σύννεφα (1900), Ο προσκυνητής (1907), Κέλαδος (1917), Μυστικές λειτουργίες (1920), Ελεγειακά (1924), Ορφικά (1931) και Πολεμικές ωδές (1941). Έγραψε τραγωδίες εμπνευσμένες από την παράδοση (Το Γεφύρι της Άρτας, Η Ηλιογέννητη), την αρχαία μυθολογία (Κασσάνδρα), όπως και με κοινωνικό προβληματισμό (Ο ίσκιος του πεθαμένου, Όταν αγαπούμε και Η Πολιτική που σκοτώνει). Δημοσίευσε επίσης τα μονόπρακτα Ο άνδρας, Ζουάνα και Τα ρόδα της αγάπης. Συνέθεσε επίσης τα μυθιστορήματα: Μάριος (1923) και Όταν αγαπούμε (1924). Εξέδωσε φιλολογικές και κριτικές μελέτες και εκτενέστερα έργα, όπως η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1453-1800 (1924-1927, 2 τόμοι), η Σύντομη Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας 1900-1930 (1933), η Νεοελληνική Στιχουργική (1929). Συνέγραψε επίσης την Ιστορία της Κρητικής Επανάστασης του 1897. Ήταν από τους πρώτους μεταφραστές αρχαίων τραγωδιών (Άλκηστις, Οιδίπους επί Κολωνώ) και άλλων αρχαίων κειμένων (Αρχαίοι Έλληνες Λυρικοί 1931), Λόγγου, Δάφνις και Χλόη (1924) στη δημοτική γλώσσα. Πέθανε στην Αθήνα το 1941.
[Βιβλιογραφικές πηγές: Αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που περιέχεται στον Φ.2.1 του αρχείου. Μ. Γ. Μερακλής (επιμ.), Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία γραμματολογία, Σοκόλης,1977 (σ. 462)· Ν. Ι. Λάσκαρης, «Βουτιερίδης Ηλίας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. Ζ, Πυρσός· Κώστας Παπαγεωργίου, «Βουτιερίδης, Ηλίας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό τόμ. 2, Εκδοτική Αθηνών· Δημήτρης Γιάκος, «Βουτιερίδης Ηλίας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τόμ. 4, Χάρης Πάτσης].

Βουτσιλάς, Βασίλειος

  • Άτομο

Ο Βασίλειος Βουτσιλάς γεννήθηκε στη Λάρισα το 1923, αποφοίτησε από το 4ο Δημοτικό Σχολείο και από το Γυμνάσιο Αρρένων. Κατόπιν, αφού πήρε το πτυχίο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαρίσης, εγγράφηκε στην Πάντειο, αλλά η φοίτηση δεν στάθηκε δυνατή λόγω της επαγγελματικής του απασχόλησης στη δημοσιογραφία, όπου διακρίθηκε στο ρεπορτάζ, την έρευνα και την αρθρογραφία. Μέλος της Ένωσης Συντακτών Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος και Ευβοίας από το 1949, διετέλεσε γενικός γραμματέας και αντιπρόεδρος της, καθώς και διευθυντής εφημερίδων, ενώ εργάσθηκε ως στενός συνεργάτης επί 25ετία στον Κρατικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Λαρίσης. Παράλληλα υπήρξε ανταποκριτής εφημερίδων των Αθηνών, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και των Τρικάλων, καθώς και ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων. Για τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση 1941-1944, τιμήθηκε με αναμνηστικό δίπλωμα και μετάλλιο από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, καθώς και με δίπλωμα από το Πανελλήνιο Σύνδεσμο Δημοσιογράφων Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης 1941-1944. Παράλληλα αναμίχθηκε στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της πόλης και μετά τη μεταπολίτευση, το 1975, εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος Λαρίσης, ενώ καθ' όλη την τετραετία διετέλεσε μέλος του προεδρείου του δημοτικού συμβουλίου.

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

  • Συλλογικό Όργανο
  • 1914 -

To Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1914. Η διοίκησή του ανατέθηκε σε Εφορευτική Επιτροπή (1914 -1925) με πρόεδρο μέλος της βασιλικής οικογενείας. Πρώτος πρόεδρος ορίστηκε ο πρίγκιπας Νικόλαος και διευθυντής, έως το 1923, ο καθηγητής Βυζαντινής Τέχνης και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστημίου Αθηνών, Αδαμάντιος Αδαμαντίου ο οποίος συγκρότησε και οργάνωσε τις πρώτες συλλογές. Το 1923 ο βασικός πυρήνας των συλλογών του Μουσείου είχε ήδη σχηματισθεί. Η συλλογή γλυπτών δημιουργήθηκε από έργα που είχαν περισυλλεχθεί από τα μνημεία της Αττικής και είχαν συγκεντρωθεί στο Θησείο και στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, ενώ οι συλλογές εικόνων, μικροτεχνίας, χειρογράφων και υφασμάτων συγκροτήθηκαν από αγορές και δωρεές. Σε αυτόν τον αρχικό πυρήνα προστέθηκαν αντικείμενα προερχόμενα από τις δραστηριότητες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας (ανασκαφές), δωρεές, αγορές, κατασχέσεις, περισυλλογές από εκκλησίες της Θεσσαλονίκης (1916), από την ενσωμάτωση των συλλογών της ΧΑΕ (1923) και των κειμηλίων των προσφύγων, των φορητών δηλαδή αντικειμένων (λατρευτικών και μη) τα οποία ήρθαν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Το 1923 τη διεύθυνση του Μουσείου ανέλαβε ο Γενικός Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Γεώργιος Σωτηρίου. Ο Γ. Σωτηρίου οργάνωσε τις συλλογές που είχε καταρτίσει η Εφορευτική Επιτροπή κατά τα προηγούμενα έτη και τις παρουσίασε για πρώτη φορά στο κοινό το 1924 σε πέντε αίθουσες της Ακαδημίας Αθηνών. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε δυναμικά για να αποκτήσει το Μουσείο μόνιμη έδρα. Ο στόχος επιτεύχθηκε το 1926, όταν το Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας, το οποίο από τον θάνατό της και έως τότε στέγαζε υπηρεσίες του στρατού, παραχωρήθηκε στο μουσείο. Μετά τις απαραίτητες τροποποιήσεις και μετασκευές τα εγκαίνια του ΒΧΜ πραγματοποιήθηκαν στις 17 Οκτωβρίου 1930 στο πλαίσιο του Γ΄ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου. Ο Γ. Σωτηρίου παρέμεινε διευθυντής του ΒΧΜ έως τη συνταξιοδότησή του, το 1960. Στην εποχή του οι συλλογές του μουσείου εμπλουτίστηκαν σημαντικά, ενώ έγινε και η πρώτη συστηματική οργάνωση της μόνιμης έκθεσής του. Επίσης, τότε μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία στον χώρο του μουσείου, κέντρου συντήρησης αρχαιοτήτων και έργων τέχνης.

Το 1960 τη διεύθυνση του μουσείου ανέλαβε ο Μανόλης Χατζηδάκης, Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη από το 1941. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Χατζηδάκης αναδιαμόρφωσε μερικώς τη μόνιμη έκθεση του ΒΧΜ υπακούοντας στις επιταγές της μεταπολεμικής εποχής. Η οπτική του διαφορετική βεβαίως από εκείνη του Σωτηρίου, προέβαλλε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της βυζαντινής τέχνης και του πολιτισμού. Σε αυτό βοήθησαν και τα νέα εκθέματα με τα οποία εμπλουτίστηκαν τότε οι συλλογές του Μουσείου. Σημαντικοί σταθμοί στη θητεία του Χατζηδάκη στάθηκαν, αφενός, η πραγματοποίηση της μεγάλης έκθεσης του Ζαππείου με τίτλο «Η Βυζαντινή Τέχνη, Τέχνη Ευρωπαϊκή» (1964) και αφετέρου η ίδρυση του «Κεντρικού Εργαστηρίου Συντηρήσεως και Αποκαταστάσεως Ζωγραφιών και Ψηφιδωτών» (1965).

Το 1967 ο Μ. Χατζηδάκης απομακρύνθηκε από το Μουσείο για να ξαναγυρίσει μετά την πτώση της δικτατορίας τον Ιούλιο του 1974 —κατά τη διάρκεια της δικτατορίας η διεύθυνση του ΒΧΜ είχε ανατεθεί στον ακαδημαϊκό Αναστάσιο Ορλάνδο, και για ένα μικρό διάστημα στον αναπληρωτή προϊστάμενο του μουσείου Μύρωνα Μιχαηλίδη.

Για τη χρονική περίοδο 1975-1982 διευθυντής του Μουσείου διετέλεσε ο έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Παύλος Λαζαρίδης. Κατά την τελευταία αυτή περίοδο, που συμπίπτει με τα έσχατα χρονικά όρια του ιστορικού αρχείου εγγράφων του ΒΧΜ, το μουσείο επεκτάθηκε αποκτώντας το κτήριο Δαβάκη, ένα οίκημα το οποίο αποτελούσε τμήμα του συγκροτήματος της Δούκισσας της Πλακεντίας αλλά είχε παραμείνει στη δικαιοδοσία του ελληνικού στρατού. Το νέο αυτό οίκημα αξιοποιήθηκε ως εκθεσιακός χώρος και φιλοξένησε νέα αποκτήματα του μουσείου.

Γαργαλίδης, Παναγιώτης

  • Άτομο

Ο υποστράτηγος Παναγιώτης Γαργαλίδης (Μεσσήνη, 1870 - Καλαμάτα, 1942) πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1897 έως τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Στη διάρκεια της Ουκρανικής Εκστρατείας ήταν διοικητής της β΄ μεραρχίας πεζικού και διακρίθηκε στη διάσωση της συμμαχικής φρουράς Χερσώνας. Το 1922 ήταν διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού στον Έβρο. Τον Οκτώβριο του 1923 έλαβε μέρος στο φιλομοναρχικό κίνημα του Λεοναρδόπουλου και καταδικάστηκε σε θάνατο χωρίς όμως η ποινή να εκτελεστεί. Αποκαταστάθηκε το 1935.

Γαϊτάνου-Γιαννιού, Αθηνά

  • Άτομο

Η Αθηνά Γαϊτάνου (αρχικά Γαϊτανοπούλου)-Γιαννιού ήταν εκπαιδευτικός, συγγραφέας, δημοσιογράφος, από τις πρώτες ελληνίδες φεμινίστριες.

Γεδεών - Καρανικόλα, Σοφία

  • Άτομο
  • 1904 - ;

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1904 και σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία, παιδαγωγικά και ψυχολογία στα πανεπιστήμια του Αμβούργου, της Ιένας και της Βιέννης, όπου και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας (1934). Το 1933-1934 εργάσθηκε ως έκτακτη βοηθός στο Ψυχολογικό Ινστιτούτο της Βιέννης και κατόπιν ως βοηθός και επιμελήτρια του Πανεπιστημιακού Εργαστηρίου Πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ως το 1937). Το 1937 ορίστηκε μέλος του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου του οποίου αργότερα χρημάτισε αντιπρόεδρος (1963-1964). Διετέλεσε καθηγήτρια της Εφηρμοσμένης Ψυχολογίας στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς (ΑΒΣΠ, 1954-1968) και πρόεδρος της Επιτροπής του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών για την κατοχύρωση του επαγγέλματος του ψυχολόγου (1979). Δίδαξε στην Σχολή Επιμορφώσεως Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης το διάστημα 1977-1983. Λόγω πολιτικών πεποιθήσεων απομακρύνθηκε από την υπηρεσία της τα διαστήματα 1946-1952, 1953-1955, 1955-1960, 1967, για να αποκατασταθεί οριστικά κατά την Μεταπολίτευση. Εξελέγη ομότιμη καθηγήτρια της ΑΒΣΠ, επίτιμη εκπαιδευτική σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας και υφηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ως μέλος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου υποστήριξε την σύνταξη της γραμματικής της δημοτικής καθώς και τον Οργανισμό Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων. Εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, έλαβε μέρος στην οργάνωση της «Σχολικής Ώρας» και θέσπισε τις σχολικές ραδιοφωνικές εκπομπές του Υπουργείου Παιδείας κατά την διάρκεια του Πολέμου (1940-1941). Αργότερα, ως καθηγήτρια της ΑΒΣΠ ίδρυσε το Εργαστήριο Εφηρμοσμένης Ψυχολογίας (1960). Συμμετείχε επίσης στην ίδρυση της Σχολής Κοινωνικής Προνοίας της ΧΕΝ, του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (1963-1968) της Εταιρείας Ψυχικής Υγιεινής και Νευροψυχιατρικής του Παιδιού, της οποίας διετέλεσε και αντιπρόεδρος, του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος και άλλων κοινωνικών φορέων.

Έργο:
Παιδομετρικαί έρευναι εν Ελλάδι (1934), Η αυθόρμητη συμπεριφορά των ενηλίκων προς τα παιδιά μέσα στην οικογένεια (1934, διδακτορική διατριβή), Ο θεσμός της συνεργασίας των μαθητών ως μέσον κοινωνικής αγωγής (1937, διατριβή για υφηγεσία), Επίτομη Κοινωνική Ψυχολογία (1958).

[Πηγές: Λήμμα «Γεδεών-Καρανικόλα, Σοφία», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 2, Εκδοτική Αθηνών].

Γεδεών, Μανουήλ

  • Άτομο
  • 1851 - 1943

Γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1851 στην Κωνσταντινούπολη από τον Ιωάννη Γεδεών (1812-1878, κάλφα ή αρχιτέκτονα το επάγγελμα) και την Άννα, οι οποίοι κατάγονταν από την Λέρο. Παντρεύτηκε την Ευγενία Λαγουδάκη και απέκτησαν δύο κόρες την Σοφία και την Ισαβέλλα. Το 1921 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου και απεβίωσε το 1943.
Απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής (1863-1869), συνεργάστηκε αρχικά με εφημερίδες και περιοδικά της Πόλης. Ένα από τα πρώτα του δημοσιεύματα φιλοξένησε η εφημερίδα Ομόνοια του Β. Γαβριηλίδη τον Μάιο του 1870. Αρθρογράφησε επίσης
στην Πανδώρα, την Κωνσταντινούπολη, την Μικρά Ασία και την Ανατολή. Ο ίδιος εξέδωσε την εφημερίδα Πρωία (1876). Καθοριστική όμως ήταν η συμβολή του στην περιοδική έκδοση της Εκκλησιαστικής Αλήθειας, το επίσημο όργανο του Πατριαρχείου, όπου προσελήφθη, ήδη από το 1880, από τον Πατριάρχη Ιωάννη Γ΄. Έκτοτε διετέλεσε αρχισυντάκτης, διευθυντής και επίτιμος διευθυντής της μέχρι το 1920.
Μελέτησε ιδιαίτερα την ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την Άλωση, καθώς και τις σχέσεις της ελληνικής κοινότητας μαζί του. Ασχολήθηκε επίσης με τον ελληνισμό της Κωνσταντινουπόλεως και των άλλων Εκκλησιών και κοινοτήτων της Ανατολής.
Ερεύνησε δημόσια και ιδιωτικά αρχεία, συνέλεξε χειρόγραφα, περιέγραψε μνημεία και τόπους, λαϊκές παραδόσεις και αναμνήσεις για την Κωνσταντινούπολη και την ευρύτερη περιοχή, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας μέχρι και το 1900.
Για την μελέτη κωδίκων και χειρογράφων, πραγματοποίησε περιοδείες στο Άγιο Όρος, την Πάτμο, τα νησιά της θάλασσας του Μαρμαρά, τα παράλια της Προποντίδας, τη Βιθυνία, την Θεσσαλονίκη, την Θράκη και τις Μικρασιατικές επαρχίες. Εργασίες του δημοσιεύθηκαν σε ημερολόγια, εγκυκλοπαίδειες, περιοδικά και εφημερίδες ή εκδόθηκαν σε αυτοτελείς μελέτες και συνολικά αριθμούν πάνω από 800. Χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα Βυζάντιος, Συνέσιος κ.ά, ενώ δημοσίευε και ανωνύμως.
Ήδη από το 1871 έγινε πρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου «Πιερία», το 1873 συμμετείχε ως ιδρυτής και ταμίας στον «Σύλλογο των Μεσαιωνικών Ερευνών» (μετέπειτα «Σύλλογος Μεσαιωνικών Σπουδών») και το 1874 ορίσθηκε πρόεδρος του συλλόγου «Σωκράτης». Το 1926 ίδρυσε στην Αθήνα τον Σύλλογο Μεσαιωνικών Γραμμάτων του οποίου και διετέλεσε πρόεδρος μέχρι τον θάνατό του.
Ως αναγνώριση της αφοσίωσής του στην έρευνα γύρω από την ιστορία του Πατριαρχείου, έλαβε από τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε΄ το αξίωμα του Μεγάλου Χαρτοφύλακος (1897), και από τον Πατριάρχη Ιωακείμ, τον διορισμό του ως Χρονογράφου της Μεγάλης Εκκλησίας (1901), θέση που ιδρύθηκε ειδικά για αυτόν. Έλαβε επίσης τον τίτλο του Υπομνηματογράφου της Εκκλησίας Ιεροσολύμων από τον Πατριάρχη Δαμιανό (1919). Η επιστημονική του έρευνα έλαβε διεθνή αναγνώριση με την εκλογή του ως αντεπιστέλλοντος μέλους στο ιστορικό τμήμα της Ρουμανικής Ακαδημίας (1891) και ως μέλους της Ακαδημίας της Ρουέν (1893). Το 1903 ονομάσθηκε αξιωματικός της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως από το Υπουργείο Παιδείας της Γαλλίας. Το 1929 εξελέγη πρόσεδρο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Κάποια από τα σημαντικότερα αυτοτελή έργα του είναι:

Μεσαιωνικά ανάλεκτα (1874), Χρονικά της Πατριαρχικής Ακαδημίας (1883), Χρονικά του Πατριαρχικού οίκου και του ναού (1884), Ο Άθως. Αναμνήσεις, έγγραφα, σημειώσεις (1885), Η Ζωοδόχος Πηγή και τα ιερά αυτής προσαρτήματα (1886, με το ψευδ. Ευγένιος ιερεύς), Πατριαρχικοί πίνακες (1890), Αποσημειώματα χρονογράφου, 1800-1913 (1932), Μνεία των προ εμού, 1800-1863-1913 (1936), Ειδήσεις εκ της ημετέρας εκκλησιαστικής ιστορίας, 1500-1912 (1936-1938, 5 τεύχη), Πατριαρχικαί εφημερίδες, 1500-1912 (1938), Κύριλλος ο Λούκαρης (1938), Ιστορία των του Χριστού πενήτων, 1453-1913 (1939 κ.ε., σε τεύχη) κ.ά.

[Πηγές: Φ. 3.1 του αρχείου όπου βρίσκονται τα δημοσιεύματα: Γ. Βαλέτας, Μανουήλ Ιω. Γεδεών, ανάτυπο από τη Νέα Εστία, τχ. 396 1.12.1943), τχ. 396)· Μανουήλ Γεδεών ο Άρχων τιμάται στη γη των πατέρων του, ανατύπωση από τα Λεριακά Νέα τχ. 68 (Απρίλιος 1982)· Λεριακά, τόμ. Α΄, Εις μνήμην Μανουήλ Γεδεών, Αθήνα 1986· Φ. 3.4 του αρχείου, όπου βρίσκεται χειρόγραφο αταύτιστο βιογραφικό σημείωμα του Μ. Γεδεών και το έργο του Χ.Γ. Πατρινέλη, Δημοσιεύματα Μανουήλ Γεδεών Αναλυτική περιγραφή, Αθήναι 1974· Α. Ζήρας, «Γεδεών, Μανουήλ», Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 360].

Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας

  • Συλλογικό Όργανο
  • 1914 - 1945

Με το Β.Δ. 1/1912 της 31ης Οκτωβρίου 1912 (ΦΕΚ Α΄ 337) ιδρύεται η Γενική Διοίκηση των απελευθερωμένων χωρών. Ως Γενικός Διοικητής ορίζεται ο Κ. Ρακτιβάν με αρμοδιότητες τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου.
Με το Β.Δ. 524/1914 της 31ης Δεκεμβρίου 1914 (ΦΕΚ Α΄ 404 «Περί διοικητικής διαιρέσεως και διοικήσεως των Νέων Χωρών» η Μακεδονία χωρίζεται σε 22 υποδιοικήσεις (άρθρο 6).
Με το Β.Δ. 1915 της 1ης Απριλίου 1915 (ΦΕΚ Α΄ 120) «Περί διοικητικής διαιρέσεως των Νέων Χωρών» η Μακεδονία διαιρείται σε 5 νομούς (Θεσσαλονίκης, Κοζάνης, Φλώρινας, Σερρών και Δράμας). Η Κοζάνη αποτελείται από τις υποδιοικήσεις Κοζάνης, Γρεβενών και κάποια χωριά της Ελασσώνας, ενώ η Φλώρινα από τις υποδιοικήσεις Φλώρινας και Καστοριάς.
Με το Β.Δ. της 12ης Φεβρουαρίου 1918 «Περί εκτελέσεως του νόμου 1149 της 5ης Φεβρουαρίου 1918 «περί Γενικῶν Διοικήσεων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις» επανασυστήνονται οι Γενικές Διοικήσεις και δημιουργείται η Γενική Διοίκηση Κοζάνης – Φλώρινας (άρθρο 1).
Με τον Α.Ν. 208 της 21ης Μαρτίου 1945 (ΦΕΚ Α’ 65) συστήνεται η Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος, στην οποία υπάγονται πλέον οι Γενικές Διοικήσεις Δυτικής Μακεδονίας, Κεντρικής Μακεδονίας, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (άρθρο 1).
Με τον Ν. 3200 της 23ης Απριλίου 1955 (ΦΕΚ Α΄ 97) καταργούνται όλες οι Γενικές Διοικήσεις (άρθρο 22), ενισχύονται οι αρμοδιότητες των Νομαρχιών και συστήνεται το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης (άρθρο 25).
ΠΗΓΗ: http://www.mathra.gr/ypourgeio-esoterikon-tomeas-makedonias-thrakis/istorika-stoicheia/
www.et.gr

Γενική Διοίκηση Ηπείρου

  • Συλλογικό Όργανο
  • 1913 - 1955

Οι απελευθερωμένες με τους Βαλκανικούς Πολέμους Νέες Χώρες (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη και Νησιά Βορειοανατολικού Αιγαίου) δεν ενσωματώθηκαν άμεσα στη διοικητική διάρθρωση του Ελληνικού Βασιλείου. Στις Νέες Χώρες ο τρόπος διοίκησης καθορίστηκε με τον νόμο 4134 του Φεβρουαρίου του 1913 «περί διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων χωρών» που εισήγαγε ένα αποκεντρωμένο διοικητικό σύστημα με επικεφαλής τον Γενικό Διοικητή με ευρύτατες εξουσίες και με δικαίωμα έκδοσης νομοθετικών πράξεων. Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο συγκροτήθηκαν οι Γενικές Διοικήσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Κρήτης και Νήσων Αιγαίου. Η Γενική Διοίκηση Ηπείρου περιλάμβανε, αρχικά, τους νομούς Ιωαννίων και Πρέβεζας που τα διοικητικά τους όρια αντιστοιχούσαν στους μετέπειτα νομούς Άρτας, Πρέβεζας, Ιωαννίνων και Θεσπρωτίας και είχε έδρα τα Ιωάννινα. Η Γενική Διοίκηση Ηπείρου σύμφωνα με σχετική απόφαση τον Μάρτιο του 1913 διαθρώνονταν στα εξής Τμήματα: Δικαστικό, Λογιστικό και Ταμειακό, Πολιτικό και Διοικητικό, Ταχυδρομικό - Τηλεγραφικό και Τηλεφωνικό, Δημοσίων Έργων και Ναυτιλίας, Οικονομικό, Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Κοινωνικής Πρόνοιας, Υγειονομικό ή Δημόσιας Υγείας, Γεωμετρικό Γραφείο, Γραφείο Κτηματολογίου, Υπηρεσία Κτηματολογίου και Δασική Υπηρεσία. Το 1915 οι Γενικές Διοικήσεις καταργήθηκαν για να ανασυσταθούν το 1918. Το 1925 με Νομοθετικό Διάταγμα του δικτάτορα Πάγκαλου η Γενική Διοίκηση Ηπείρου καταργήθηκε εκ νέου για ανασυσταθεί πάλι το 1926. Το 1955 με τον Νόμο 3200 οι Γενικές Διοικήσεις καταργήθηκαν οριστικά ως θεσμός διοικητικής διάρθωσης του ελληνικού κράτους.
Πηγή: ΓΑΚ-Αρχεία Νομού Ιωαννίων - Μάρθα Παπαδοπούλου-Κώτση, Το Αρχείο της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου 1913-1923, Ιωάννινα 1993.

Γενική Διοίκηση Θράκης

  • Συλλογικό Όργανο

Η ενσωμάτωση των λεγόμενων «Νέων Χωρών» -και κυρίως της Μακεδονίας- στο ελληνικό κράτος μετά το τέλος του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου το 1912 δημιούργησε την ανάγκη να αντικατασταθεί με τον αποτελεσματικότερο τρόπο το διοικητικό κενό που δημιουργήθηκε από τη μετάβαση των εδαφών αυτών από το πολυθρησκευτικό και πολυεθνικό οθωμανικό κράτος στον ελληνικό εθνικό κορμό. Για το δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης των περιοχών αυτών επιλέχθηκε ένα σύστημα ανεξάρτητων περιφερειακών ενοτήτων οι οποίες ονομάστηκαν Γενικές Διοικήσεις. Οι πρώτες Γενικές Διοικήσεις (Μακεδονίας, Κρήτης, Αιγαίου, Ηπείρου και Σάμου-Ικαρίας) ιδρύθηκαν το 1913 (ν.ΔΡΛΔ΄1913). Ένα χρόνο αργότερα το σύστημα των Γενικών Διοικήσεων εγκαταλείπεται έως το 1918 οπότε και συστήνεται εκ νέου η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, ενώ το 1922 με την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης στο ελληνικό εθνικό κράτος ιδρύεται και η Γενική Διοίκηση Θράκης με έδρα αρχικά την Αλεξανδρούπολη και εν συνεχεία την Κομοτηνή. Κατά τη δεκαετία του 1930 τα γεωγραφικά όρια της Γενικής Διοίκησης Θράκης περιελάμβαναν τα όρια της σημερινής Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, δηλαδή τον νομό Έβρου, τον νομό Ροδόπης (ο οποίος περιελάμβανε και τον σημερινό νομό Ξάνθης) και τους νομούς Δράμας και Καβάλας. Κατά τη δεκαετία του 1930 στη Γενική Διοίκηση Θράκης υπάγονταν τέσσερις διευθύνσεις με έδρα την Κομοτηνή: Η Διεύθυνσις Εσωτερικών στην οποία υπαγόταν και το Τμήμα Πρόνοιας, η Διεύθυνσις Δημοσίων Έργων, η Διεύθυνσις Δασών και η Διεύθυνσις Εκπαιδεύσεως, ενώ παράλληλα λειτουργούσαν και οι λεγόμενες επιθεωρήσεις στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, της γεωργίας και των επικοινωνιών (ταχυδρομείων, τηλεφωνίας, τηλεγραφίας, Τ.Τ.Τ.). Μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο η Γενική Διοίκηση Θράκης υπάγεται στη Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδας, ενώ από το 1950 οι αρμοδιότητες των Γενικών Διοικητών σταδιακά περιορίζονται μέχρι την τελική κατάργηση του συστήματος των Γενικών Διοικήσεων με τον νόμο 3200/1955, ο οποίος προέβλεπε την ίδρυση των νομαρχιών. Όπως προκύπτει από τα σχετικά αρχεία της Γενικής Διοίκησης Θράκης που απόκεινται στα Γ.Α.Κ. Ροδόπης υπό τη δικαιοδοσία της Γ.Δ.Θ. λειτουργούσαν στην πόλη της Κομοτηνής υπηρεσίες και οργανισμοί σχετικοί με την βιοτεχνία και τη βιομηχανία, την αποκατάσταση των προσφύγων, την κοινωνική πρόνοια, τις μεταφορές και τις συγκοινωνίες, τη μετανάστευση κ.ά.

Γενική Διοίκηση Μακεδονίας

  • Συλλογικό Όργανο

Με το Β.Δ. 1/1912 (τεύχος Α΄ ΦΕΚ 337/31-10-1912) ανατίθεται στον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Κων. Ρακτιβάν η Γενική Διοίκηση των απελευθερωμένων χωρών. Με το Β.Δ. 524/1914 (τεύχος Α΄ ΦΕΚ 404/31-12-1914) αρχίζει να επεκτείνεται η εφαρμογή του Νομαρχιακού συστήματος. Με το Β.Δ. 16/19-3-1915 (τεύχος Α΄ ΦΕΚ 106/19-03-1915) καταργούνται οι Γενικές Διοικήσεις Μακεδονίας και Κρήτης και ενισχύεται ο θεσμός των Νομαρχιών. Με το Β.Δ. 1915 (τεύχος Α΄ΦΕΚ 120/01-04-1915) «Περί Διοικητικής Διαιρέσεως των νέων χωρών», η Μακεδονία διαιρείται σε πέντε νομούς (Θεσσαλονίκης, Κοζάνης, Φλωρίνης, Σερρών και Δράμας). Η ανώτατη διοικητική διεύθυνση του κάθε νομού ανατίθεται στον Νομάρχη. Με τον Ν. 1149/1918 (τεύχος Α΄ ΦΕΚ 34/12-02-1918) η Κυβέρνηση Βενιζέλου επαναφέρει το θεσμό των Γενικών Διοικήσεων με υπεραυξημένες αρμοδιότητες. Με το ψήφισμα 3265/1925 (τεύχος Α΄ ΦΕΚ 7/12-01-1925 συστήνεται στο Υπουργείο Εσωτερικών το Ανώτερο Συμβούλιο Αποκέντρωσης (άρθρο 5),το οποίο αποτελούσε μια ενδιαφέρουσα καινοτομία για την εποχή. Με το Π.Δ. 1928 (τεύχος Α΄ ΦΕΚ 256/05-12-1928) «Περί μετονομασίας Γενικών Διοικήσεων και επαρχιών», η Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης μετονομάζεται σε Γενική Διοίκηση Μακεδονίας.
ΠΗΓΗ: 1. http://www.mathra.gr/ypourgeio-esoterikon-tomeas-makedonias-thrakis/istorika-stoicheia/

  1. http://www.et.gr/api/DownloadFeksApi/?fek_pdf=19120100337

Γενική Διοίκησις Ανατολικής Μακεδονίας

  • Συλλογικό Όργανο

Με την υπ’ αριθ. 20525/ΙΙ εγκυκλίου διαταγής της Γεν. Διοικήσεως απαγορευόταν η εγκατάσταση Καυκασίων και Ποντίων προσφύγων σε συνοικισμούς της Ανατολικής Μακεδονίας, πριν από την παλιννόστηση των εντόπιων Μουσουλμάνων. Με την απόφαση αρ. 25609/01-12-1920 πλέον επιτρέπονταν η εγκατάσταση σε χωριά της περιφέρειας κατόπιν γνωματεύσεως του οικείου Γεωργικού Γραφείου και επιτόπιας εξέτασης από τον Γεωργικό επόπτη ή επιστάτη.

Γεννάδιος, Ιωάννης

  • Άτομο
  • 1844 - 1932

Ο Ιωάννης Γεννάδιος (Αθήνα, 1844-Λονδίνο, 1932), πρεσβευτής και βιβλιόφιλος, ήταν γιος του μεγάλου διδασκάλου του Γένους, Γεωργίου Γενναδίου και της Αρτέμιδος Μπενιζέλου. Φοίτησε στη Σχολή της Μάλτας και το 1862 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου για ένα μικρό διάστημα δούλεψε στον εμπορικό οίκο των Αδελφών Ράλλη και κατόπιν, το 1870, διορίστηκε στην ελληνική Πρεσβεία στο Λονδίνο όπου διετέλεσε για πολλά χρόνια πρεσβευτής, αποχωρώντας το 1919. Δώρισε την προσωπική του βιλβιοθήκη, αποτελούμενη από 30.000 τόμους σπανίων βιβλίων, το 1926, στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, η οποία ανέλαβε τη στέγαση, φύλαξη και λειτουργία της επονομαζόμενης Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Αποτελέσματα 101 έως 200 από 1045