Εμφανίζει 1046 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή

Φωκάς, Κωνσταντίνος

  • Άτομο

Ο Κωνσταντίνος Φωκάς, του Ιωάννη και της Αγγελικής, γεννήθηκε το 1896 στην Κέρκυρα. Ο πατέρας του, Ιωάννης Φωκάς, ήταν στρατιωτικός. Ο Κωνσταντίνος Φωκάς έλαβε μέρος με το Σώμα Ελλήνων Ερυθροχιτώνων στην μάχη του Δρίσκου τον Νοέμβριο του 1912. Το 1913 κατατάχθηκε στον στρατό, στο 7ο Σύνταγμα Πεζικού ως στρατιώτης, με σκοπό να πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Το 1914 πήρε μέρος στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα και το 1916 προήχθη στον βαθμό του λοχία. Πήρε μέρος στην μικρασιατική εκστρατεία ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, όπου και προσβλήθηκε από ελονοσία. Απολύθηκε τον Αύγουστο του 1923. Για την συμμετοχή του και τη δράση του στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα, του απονεμήθηκε το 1933 ο Σιδηρός Πολεμικός Σταυρός, ενώ για την συμμετοχή του στην μικρασιατική εκστρατεία του απονεμήθηκε μετάλλιο στρατιωτικής αξίας, στις 31.01.1922.
Μετά την απόλυσή του από το στρατό, εργάστηκε ως επιστάτης οικοδομών και διορίστηκε ως διαχειριστής Β΄ Τάξεως στη Γενική Διεύθυνση Εποικισμού Θράκης Μακεδονίας του Υπουργείου Γεωργίας. Από το 1926 έως το 1932 εργάστηκε ως επιστάτης Α΄ τάξεως δημοτικών έργων στο Αρχιτεκτονικό Τμήμα.
Το 1935 προσλήφθηκε ως ημερομίσθιος υπάλληλος στην εταιρεία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος από όπου παραιτήθηκε το ίδιο έτος.
Το 1935 κατατάχθηκε ξανά, στο 50ο Σύνταγμα Πεζικού και αιτήθηκε την μονιμοποίησή του στο στρατό, η οποία δεν έγινε δεκτή. Απολύθηκε από το στρατό λίγες μέρες μετά.
Στις 10/06/1936 διορίστηκε υπάλληλος του Περιφερειακού Συμβουλίου Προνοίας Παλαιών Πολεμιστών και το ίδιο έτος διορίστηκε υπάλληλος του Λιμενικού Ταμείου Θεσσαλονίκης.
Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 υπηρέτησε στο 4ο Τάγμα Πολυβόλων Θεσσαλονίκης. Στις 17 Φεβρουαρίου 1941 προήχθη σε λοχαγό εφέδρων. Απολύθηκε στις 2 Μαΐου του 1941.
Το 1942 ήταν κοινοτικός γραμματέας (υπάλληλος της επαρχίας Παιονίας), των κοινοτήτων Ειδομένης, Φάνου, Πλαγίων, Σκρα και Μεγάλων Λειβαδίων. Στις 19 Δεκεμβρίου 1944 παρουσιάστηκε στο Κέντρο Κατάταξης Αξιωματικών Αθηνών και τον Ιανουάριο του 1945 πήρε μετάθεση στο 165 ο Τάγμα Εθνοφρουράς Πειραιώς. Απολύθηκε το 1945.
Η επαγγελματική του σταδιοδρομία συνεχίστηκε στο Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης (μετέπειτα Ελευθέρα Ζώνη και Λιμήν Θεσσαλονίκης) ως το 1961 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Τον Αύγουστο του 1959 του απονεμήθηκε αναμνηστικό μετάλλιο εκστρατείας 1940-1941.
[ Πηγές : υλικό του αρχείου.]

Φωτιάδης, Αντώνης

  • Άτομο
  • 1886-1965

Γιος του γιατρού και δημοτικιστή Φώτη Φωτιάδη και της Ρωξάνης, το γένος Σοβατζόγλου, γεννήθηκε στην Κων/πολη το 1886. Είχε έναν αδελφό τον Λάμπρο που ήταν γιατρός και έζησε στη Γαλλία και στο Αλγέρι. Ο Αντώνης Φωτιάδης εργάστηκε στην εμπορική εταιρεία Ralli Brothers στην Βομβάη. Το 1922 παντρεύτηκε την Δέσποινα Νικολάου Μακκά με την οποία απέκτησαν δύο κόρες: την Ρωξάνη (1923-2007) και την Αργυρώ-Αλεξάνδρα (1927-1983), σύζυγο Νικολάου Εφεσίου. Επέστρεψαν στην Ελλάδα οικογενειακώς το 1930 και έζησαν στο Παλαιό Ψυχικό. Διετέλεσε πρόεδρος του Οργανισμού Βάμβακος και μέλος στα Δ.Σ. του Κολλεγίου Αθηνών, της Ιονικής Τράπεζας, της Ελαΐδος, και ξενοδοχειακής επιχείρησης στα Καμμένα Βούρλα. Ίδρυσε την Καλλιεργητική Εταιρεία σχετική με το βαμβάκι και τα Κλωστοϋφαντήρια Χαλκίδος Α.Ε. Πέθανε στην Αθήνα το 1965.

Φωτιάδης, Γεώργιος

Μέλος της οικογένειας Φωτιάδη, μεγαλομπόρων από το Σεβντίκιοϊ της Σμύρνης που δραστηριοποιούνταν εμπορικά, κυρίως, στην Αίγυπτο, ενώ είχαν και μεγάλη κτηματική περιουσία στην περιοχή της Σμύρνης.

Φωτιάδης, Δημήτρης

Ο Δημήτρης Φωτιάδης, γιος του γαιοκτήμονα και λογοτέχνη Αλέκου Φωτιάδη (1869-1943) και της συζύγου του Ιφιγένειας το γένος Αμηρά, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1898. Είχε μία αδελφή, την Αικατερίνη. Φοίτησε στο Ελληνογερμανικό Λύκειο Κυριάκου Γιαννίκη, υπηρέτησε εθελοντής στη Μικρασιατική Εκστρατεία από το 1918 και μετά την Καταστροφή του 1922 ήλθε πρόσφυγας στην Αθήνα. Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε για πρώτη φορά με το θεατρικό έργο Μάνια Βιτρόβα, που απέσπασε το πρώτο βραβείο στον Καλοκαιρίνειο δραματικό διαγωνισμό το 1931, παρουσιάστηκε από το Λαϊκό Θέατρο του Βασίλη Ρώτα και κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1932 από τον εκδοτικό οίκο Δημητράκου. Το ίδιος έτος, το δράμα του Το μαγεμένο βιολί βραβεύτηκε στο διαγωνισμό μονοπράκτων έργων της Λέσχης Καλλιτεχνών «Ατελιέ». Το 1938 κυκλοφόρησε σε δική του μετάφραση και επιμέλεια το Συμπόσιο του Πλάτωνα, εργασία για την οποία τιμήθηκε το 1939 με το «αργυρούν μετάλλειον» της Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Από το 1936 ώς το 1940 ήταν διευθυντής του περιοδικού Νεοελληνικά Γράμματα. Το 1941, λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή, διέφυγε στη Μέση Ανατολή και από εκεί στο Λονδίνο, όπου διετέλεσε διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού της αυοτεξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και μέλος της Εθνικής Επιτροπής Ενότητας. Στην Ελλάδα επέστρεψε μετά την Απελευθέρωση και από το 1945 ώς το 1948 ήταν διευθυντής του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα. Από το 1948 ώς το 1951 εξορίστηκε διαδοχικά στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη και μετά την απελευθέρωσή του ήταν μέλος της διοικούσας επιτροπής της ΕΔΑ. Από το 1953 στράφηκε κυρίως στην ιστοριογραφία, με πρώτο έργο το Μεσολόγγι, το έπος της μεγάλης πολιορκίας (Αθήνα, Ορίζοντες, 1953). Ακολούθησαν τα βιβλία του: Καραϊσκάκης (1956), Κανάρης (1960), Κολοκοτρώνης, η δίκη του (1962), Όθωνας, η μοναρχία (1963), και Όθωνας, η έξωση (1964), το τετράτομο Η Επανάσταση του Εικοσιένα (1971-1972), Σαγγάριος, εποποιία και καταστροφή στη Μικρά Ασία (1974) και Τρίτη Σεπτεμβρίου 1843 (1975). Μέλος, πρόεδρος και αντιπρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, του Συνδέσμου Ιστορικών, της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης και πολλών άλλων συλλόγων, ο Φωτιάδης ανέπτυξε πολύπλευρη συγγραφική και κοινωνική δραστηριότητα. Τη δεκαετία του 1920, απέκτησε μια κόρη εκτός γάμου, την Έφη. Σύζυγός του από το 1940 και αγαπημένη σύντροφός του μέχρι το τέλος της ζωής του, ήταν η γεννημένη το 1912 στο Κάιρο Κατίνα το γένος Λάσκαρη (του Γεωργίου και της Φλώρενς).
Άλλα έργα του Δημήτρη Φωτιάδη:
Θέατρο: Ο κόσμος ανάποδα (θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη 1937), Θεοδώρα (Ενωμένοι Καλλιτέχνες 1945), Ο Μακρυγιάννης (Ενωμένοι Καλλιτέχνες 1946), Καραϊσκάκης (Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Μάνου Κατράκη 1957), Εθνεγερσία (ορατόριο 1971), έργα που δεν έχουν παρουσιαστεί στη σκηνή (Ο άσπρος σατανάς, Είχε μπάρμπα στην Κορώνη, Ένας Αθηναίος στη Σπάρτη, Κατακτητές, Κάτω από το ίδιο φως, Ο πολιτικάντης, Ρωμανός Βοΐλας, Τζιλιπουτί κ.ά.), μεταφράσεις (Αριστοφάνη Ιππής 1938, George Bernard Shaw Πάνω στα βράχια, θίασος Αιμίλιου Βεάκη – Γιώργου Παππά 1947 κ.ά.)
Ποίηση, μεταφράσεις, απομνημονεύματα κ.ά.: Δημοσθένους Κατά Φιλίππου Γ΄ (1940), Πλάτωνος Φαίδρος (1966), Η ακτή των σκλάβων (1950), Ζωή και τέχνη (1958), Errata (1976), Ενθυμήματα Α΄-Γ΄ (1981-1985, κρατικό βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας).
[Πηγές σύνταξης βιογραφικού: 1. Φωτιάδης, Δημήτρης: Ενθυμήματα Α΄-Γ΄, Αθήνα, Κέδρος, 1981, 1983, 1985. 2. Αυτοβιογραφικά σημειώματα του Δημήτρη Φωτιάδη στο αρχείο].

Φωτιάδης, Κωνσταντίνος

  • Άτομο

Ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης γεννήθηκε στο Άνω Ζερβοχώρι της Νάουσας το 1948, από γονείς πρόσφυγες. Το Δεκέμβριο του 1989 εκλέχτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. λέκτορας της ιστορίας του ελληνισμού της Ανατολής από τον 15ο αιώνα και εξής. Τέλος, το 1997 εκλέχτηκε καθηγητής της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Α.Π.Θ.. Υπήρξε κοσμήτορας της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Α΄ Παγκοσμίου Συμβουλίου του Απόδημου Ελληνισμού, του ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ., της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Μελέτης και Ανάπτυξης του Ελληνικού Πολιτισμού της Μαύρης Θάλασσας και της Επιστημονικής Επιτροπής του προγράμματος "Ιάσων" του Α.Π.Θ. για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Χίντζογλου, Ιωάννης

  • Άτομο
  • 1891 - 1987

Ο Ιωάννης Α. Χίντζογλου (Αμισός, 1891 - Αθήνα, 1987) υπήρξε οργανωτής των ανταρτικών σωμάτων κατά την επανάσταση του Πόντου (1919). Μετά την καταστολή της και την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου ήλθε στην Ελλάδα. Ήταν ιδρυτικό μέλος του προσφυγικού σωματείου “Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ο Νέος Πόντος” (1925), και πρόεδρός του την περίοδο 1931-1934. Επίσης υπήρξε πρόεδρος του προσφυγικού σωματείου “Αδελφότης των Αγωνιστών του Πόντου”. Το 1934-1935 ήταν συνεργάτης του Θεόδωρου Πάγκαλου και υποψήφιος βουλευτής του κόμματός του. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στο εμπόριο. Την περίοδο 1939-1949 διετέλεσε αρχηγός του κατασκοπευτικού δικτύου της αγγλικής υπηρεσίας πληροφοριών υπό στοιχεία O.M.Co (Oriental Motoring Co), με το βαθμό του συνταγματάρχη και με το ψευδώνυμο “Συν/ρχης Χατζής”.

Χαλεπάς, Γιαννούλης

  • Άτομο
  • 1851 – 1938

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1851 στον Πύργο της Τήνου. Η οικογένειά του είχε παράδοση στην επεξεργασία του μαρμάρου, αφού ο πατέρας του, Ιωάννης Χαλεπάς, είχε μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις μαρμαρογλυπτικής, με δραστηριότητα και παραρτήματα στην Τήνο, τη Σύρο, τον Πειραιά, τη Ρουμανία και τα παράλια της Μικράς Ασίας.

Η αγάπη του για την τέχνη εκδηλώθηκε από τα σχολικά του χρόνια, ο πατέρας του όμως τον έστειλε στη Σύρο, για να εργαστεί σαν υπάλληλος σε εμπορικό. Παρόλα αυτά ο Γιαννούλης επέμενε να σπουδάσει γλυπτική. Έτσι, το 1869 η οικογένεια του μετακόμισε στην Αθήνα. Ο Γιαννούλης γράφτηκε στο Σχολείον των Τεχνών και, ως το 1872, σπούδασε ζωγραφική κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική κοντά στον Λεωνίδα Δρόση. Από τα αρχεία της Σχολής φαίνεται ότι το 1871 κέρδισε το τρίτο βραβείο προτομών στο τμήμα της ζωγραφικής και το πρώτο βραβείο κοσμηματογραφίας στο τμήμα γλυπτικής. Το καλοκαίρι του 1872, με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας της Τήνου, πήγε στο Μόναχο, όπου, την 1η Νοεμβρίου, γράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών και σπούδασε κοντά στον Μαξ φον Βίντνμαν (Max von Widnmann). Κατά τη διάρκεια των σπουδών του βραβεύτηκε σε διαγωνισμούς της Σχολής, ενώ αναφέρεται ότι το γύψινο πρόπλασμα του έργου Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα κέρδισε το χρυσό μετάλλιο σε έκθεση. Η υποτροφία του όμως έληγε τον Μάρτιο του 1875 και, παρά τις προσπάθειες και τα διαβήματα των καθηγητών του, δεν δόθηκε παράταση. Για ένα διάστημα κατόρθωσε να παραμείνει στο Μόναχο με τη βοήθεια του φίλου του, μετέπειτα ιστορικού Γεώργιου Κωνσταντινίδη, το καλοκαίρι όμως του 1875 επέστρεψε στην Αθήνα. Το 1876 η Επιτροπή του Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας πρότεινε να του δοθεί υποτροφία για τη Ρώμη, ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Μετά την επιστροφή του, και μέχρι το 1878, δημιούργησε τρία από τα σημαντικότερα έργα της πρώτης δημιουργικής του περιόδου: τον Σάτυρο που παίζει με τον έρωτα (1877), που παρουσίασε το 1875 σε γύψο στην έκθεση των Ολυμπίων στην Αθήνα και το 1878 σε μάρμαρο στην Παγκόσμια έκθεση στο Παρίσι, την Κοιμωμένη (1878) στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη, στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας και το Κεφάλι σατύρου (1878).

Το 1878 εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, η οποία οδήγησε στον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας στις 4 Ιουλίου 1888, ως «πάσχοντα από άνοιαν». Στο ψυχιατρείο παρέμεινε ως τις 6 Ιουνίου 1902, οπότε η μητέρα του, που ήταν πάντα αντίθετη στον εγκλεισμό του, τον πήγε πίσω στην Τήνο. Ο πατέρας του είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο.

Από τη μακροχρόνια παραμονή του Χαλεπά στο ψυχιατρείο το μόνο που σώζεται είναι ένα μικροσκοπικό κεφάλι ανδρικής μορφής από πηλό, δεν γνωρίζουμε όμως αν ήταν μια μεμονωμένη εκδήλωση δημιουργικής διάθεσης ή αποτέλεσμα μιας συστηματικότερης ενασχόλησης με την τέχνη. Η μορφή αυτή, δουλεμένη εντελώς λιτά, με το πρόσωπο ακατέργαστο και εν μέρει παραμορφωμένο, θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί μια τραγική αυτοπροσωπογραφία του.

Τον Απρίλιο του 1902, λίγους μήνες πριν την έξοδό του από το ψυχιατρείο, ο Ξενοφών Σώχος επανέφερε τον Χαλεπά στο προσκήνιο με άρθρο του στο περιοδικό Πινακοθήκη. Πρόκειται πιθανότατα για το πρώτο άρθρο που γράφτηκε για τον γλύπτη μετά το 1878. Το περιοδικό επανήλθε τον Μάιο του ίδιου χρόνου, με ιδιαίτερη αναφορά στην Κοιμωμένη στο Α΄ νεκροταφείο. Τον Αύγουστο, και ενώ ο Χαλεπάς είχε βγει από το ψυχιατρείο, η Πινακοθήκη πληροφορούσε για την κατάστασή του, ενώ τον επόμενο χρόνο δημοσίευσε φωτογραφίες έργων του.

Μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο ο Χαλεπάς ζούσε κλεισμένος στον εαυτό του, σε μεγάλη ανέχεια και κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του. Καθώς δεν είχε χάσει τη δημιουργική του διάθεση, έπλαθε έργα σε πηλό, τα κατέστρεφε όμως είτε ο ίδιος είτε η μητέρα του, που θεωρούσε τη γλυπτική υπαίτια για την ασθένειά του. Η κατάστασή του την περίοδο εκείνη περιγράφεται σε διάφορα δημοσιεύματα.

Το 1905 τον επισκέφθηκε στην Τήνο ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος, ο οποίος φιλοτέχνησε και ένα μετάλλιο με τη μορφή του και την επιγραφή Πάνορμος / 1905, και το 1914 ο γλύπτης Αντώνης Σώχος. Το 1915 ο Θεόδωρος Βελλιανίτης δημοσίευεσε μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα Αθήναι (25/1/1915, 27/1/1915, 4/2/1915, 5/2/1915).

Το 1916 έφυγε από τη ζωή η μητέρα του. Ο θάνατός της φαίνεται ότι ήρθε σαν λύτρωση, αφού, μετά από μια φημολογούμενη υποτροπή της ασθένειας του, από το 1918 ο Χαλεπάς άρχισε και πάλι να εργάζεται, φιλοτεχνώντας ως το θάνατό του ένα σημαντικό αριθμό έργων. Το ύφος του όμως πλέον έχει αλλάξει δραματικά. Ενστικτώδες και αυθόρμητο, επικεντρωμένο στην ουσία και απελευθερωμένο από τα διδάγματα της Ακαδημίας, εκφράζει τον ψυχισμό του και αποτυπώνει τα προσωπικά του βιώματα.

Το 1922, με εντολή του υπουργείου Παιδείας και της Διεύθυνσης του Ε.Μ.Π., τον επισκέφθηκε ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, προκειμένου να εκτιμήσει το έργο του. Ο Θωμόπουλος συνέταξε ένα κατάλογο έργων του και έβγαλε ορισμένα εκμαγεία. Το 1924 τον επισκέφθηκε ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που περιγράφει την επίσκεψή του αυτή τρία χρόνια αργότερα σε άρθρο του στο περιοδικό Νέα Εστία. Την ίδια χρονιά τον επισκέφθηκε και ο διευθυντής του περιοδικού Πινακοθήκη Δ.Ι. Καλογερόπουλος, ο οποίος περιγράφει τη συνάντησή τους σε άρθρο του στο περιοδικό.

Το 1925 οργανώθηκε η πρώτη έκθεσή του στην Ακαδημία Αθηνών με έργα που είχαν μεταφερθεί σε γύψο μετά και την επίσκεψη του Θωμά Θωμόπουλου, ενώ στις 25 Μαρτίου 1927 του απονεμήθηκε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών. Το 1928 ο εκδότης του περιοδικού Φραγκέλιο Νίκος Βέλμος, που τον είχε επισκεφθεί τον προηγούμενο χρόνο στην Τήνο, οργάνωσε έκθεση γλυπτών και σχεδίων του στο Άσυλον Τέχνης. Με αφορμή την έκθεση, τα Φύλλα Τέχνης του Φραγκέλιου κυκλοφόρησαν με ένα τεύχος αφιερωμένο στον Χαλεπά, το οποίο του έστειλε ο Βέλμος, μαζί με μια πολύ θερμή επιστολή.

Στις 24 Αυγούστου 1930 η ανιψιά του Ειρήνη τον έφερε στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του σε ένα γαλήνιο οικογενειακό περιβάλλον στο σπίτι του Βασίλη και της Ειρήνης Χαλεπά, στην οδό Δαφνομήλη 35. Ως το τέλος εργαζόταν εντατικά, ενώ λάμβανε και παραγγελίες. Στο αρχείο του υπάρχουν έγγραφα, επιστολές και φωτογραφίες για την εκτέλεση προτομής και αναγλύφου του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερού, επιτύμβιου αναγλύφου της Κλεοπάτρας Τούμπα, κόρης της Μερόπης Τούμπα, επιτύμβιου αγγέλου για τον τάφο Πολίτη. Έργα που προέρχονται από παραγγελίες που έλαβε μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα περιλαμβάνονται επίσης σε χειρόγραφο κατάλογο έργων του από τον Στρατή Δούκα.

Από τα πρώτα μέρη που επισκέφθηκε μόλις ήρθε στην Αθήνα ήταν το Α΄ Νεκροταφείο, για να δει την Κοιμωμένη. Πήγε ακόμη στην Ακρόπολη και στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο ερχομός του στην Αθήνα κινητοποίησε τους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους. Ο δημοσιογράφος Κώστας Καλαντζής ήταν από τους πρώτους που τον επισκέφθηκαν, δημοσιεύοντας τη συνομιλία που είχε μαζί του στην εφημερίδα Ελληνική στις 30 και 31 Αυγούστου 1930. Τα επόμενα χρόνια τιμητικές εκδηλώσεις, απονομές και εκθέσεις του χάρισαν την αναγνώριση. Στις 10 Ιουνίου 1934 η Λαογραφική και Ιστορική Εταιρεία Κυκλαδικού Πολιτισμού και Τέχνης τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της, ενώ στις 18 Νοεμβρίου 1934 εορτάστηκε η 80ετηρίδα του και του απονεμήθηκε αναμνηστικό μετάλλιο. Στις 18 Αυγούστου 1934 ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος της Ένωσεως «Ελεύθεροι Καλλιτέχναι». Το 1935 παρουσίασε την Αναπαυομένη σε έκθεση που διοργάνωσε η Ένωση στον Παρνασσό. Τον Αύγουστο του 1936 συμμετείχε στην Α΄ Παγκυκλαδική Έκθεση στη Σύρο και του απονεμήθηκε τιμητικό μετάλλιο.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 ο Γιαννούλης Χαλεπάς έφυγε από τη ζωή. Με τη διαθήκη του, άφησε τα υπάρχοντά του στον ανιψιό του Βασίλειο Χαλεπά, γιο του αδελφού του Νικόλα, και στη γυναίκα του Ειρήνη, κοντά στους οποίους έζησε τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του.

Χαστάογλου-Μαρτινίδη, Βίλμα

  • Άτομο
  • 1945 -

Η Βίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη είναι ομότιμη καθηγήτρια στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη και πολεοδομία και αστική κοινωνιολογία στο Παρίσι. Έχει διδάξει σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και της Ευρώπης και έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό επιστημονικών μελετών σε θέματα ιστορίας και σχεδιασμού της νεοελληνικής πόλης καθώς και των πόλεων της Ανατολικής Μεσογείου.

Πηγές σύνταξης βιογραφικού:
www.biblionet.gr / υλικό του αρχείου.

Χατζηγιάννης, Δημήτριος

  • Άτομο
  • 1888-1973

Ο Δημήτριος Χατζηγιάννης γεννήθηκε στη Χάλκη Λάρισας το 1888. Το 1904 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και το 1906 γράφτηκε στην Νομική Σχολή Αθηνών από την οποία αποφοίτησε το 1911 με άριστα. Από τα φοιτητικά του χρόνια δημοσιεύει τα πρώτα του κείμενα σε εφημερίδες της Λάρισας ενώ δραστηριοποιείται στο φοιτητικό κίνημα της εποχής του πρωτοστατώντας στην ίδρυση του Φοιτητικού Συνδέσμου.
Με την προκήρυξη των εκλογών της 8ης Αυγούστου 1910 ο Δ. Χατζηγιάννης δραστηριοποιείται στην περιφέρεια Λάρισας-Μαγνησίας για τον σχηματισμό του αγροτικού -ανορθωτικού συνδυασμού που εκπροσωπούσε τις νέες πολιτικές δυνάμεις και πίστευε στην επανάσταση στο Γουδί και στην ανόρθωση της χώρας. Παρά το νεαρό της ηλικίας του εκλέχθηκε, αλλά απέτυχε να εκλεγεί στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910 ως ανεξάρτητος αγροτικός. Επανεκλέχθηκε διαδοχικά στις εκλογές της 11ης Μαρτίου 1912 και 31ης Μαΐου 1915 συνεργαζόμενος με το κόμμα των Φιλελεύθερων.
Στις εκλογές του 1920,1923,1926 δεν έθεσε υποψηφιότητα. Την περίοδο αυτή ασκεί τη δικηγορία και πρωτοστατεί μαζί με άλλους Λαρισαίους πολίτες στη διευθέτηση του ζητήματος της ύδρευσης και του ηλεκτροφωτισμού της πόλης, ιδρύοντας αρχικά την ΕΥΗΛ και αργότερα τον ΟΥΗΛ.
Παράλληλα από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 άρχισε να δραστηριοποιείται έντονα για την δημιουργία αγροτικού κόμματος. Τον Δεκέμβριο του 1925 ίδρυσε μαζί με άλλους Θεσσαλούς το Πανελλήνιο Αγροτικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Επίσης, τον Μάιο του 1929 εκλέγεται Γενικός Γραμματέας του Αγροτικού Κόμματος, θέση που διατήρησε μέχρι το 1932 παρά την διάσπαση του κόμματος.
Επανήλθε στις εκλογές της 16ης Αυγούστου 1928 ως υποψήφιος του Αγροτικού συνδυασμού αλλά απέτυχε. Στις εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου 1932 θέτει εκ νέου υποψηφιότητα με το Αγροτικό Κόμμα και εκλέγεται για τέταρτη φορά βουλευτής Λάρισας. Επανεκλέχτηκε στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933, ενώ στις εκλογές του 1935 δεν συμμετέχει.
Διετέλεσε Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας τα έτη 1943-1946.
Μεταπολεμικά επανέρχεται στην ενεργό πολιτική σκηνή. Στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 εκλέχθηκε βουλευτής του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος του Γεωργίου Παπανδρέου όπως επίσης και στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950. Στις εκλογές του 1951 συνεργάστηκε με την ΕΠΕΚ του Νικόλαου Πλαστήρα και εκλέχθηκε για όγδοη φορά βουλευτής. Κατά την διάρκεια της Βουλής του 1946-1950 συμμετείχε για πρώτη φορά σε κυβερνητικό σχήμα ως Υφυπουργός Γεωργίας στην κυβέρνηση του Δημητρίου Μάξιμου. Ανέλαβε για δεύτερη φορά το Υπουργείο Γεωργίας μετά τις εκλογές του 1950 και τον σχηματισμό κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα που στήριξαν τα κόμματα του Σ. Βενιζέλου και του Γ. Παπανδρέου.
Η πρώτη του εμφάνιση στην τοπική αυτοδιοίκηση γίνεται με την υποψηφιότητα του ως δημάρχου Λάρισας στις δημοτικές εκλογές του 1954 επικεφαλής του "Προοδευτικού Συνδυασμού". Το 1955 εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας. Το 1959 επανεκλέγεται δήμαρχος Λάρισας. Την ίδια χρονιά εκλέχθηκε πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ, ενώ το 1961 εκλέχθηκε αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Δήμων και Κοινοτήτων της Ευρώπης. Η πορεία του διακόπτεται το 1964. Επανέρχεται στο αξίωμα του δημάρχου με διορισμό το 1967 και παραμένει μέχρι το 1969 οπότε και παραιτείται λόγω της διαφωνίας και σύγκρουσης του με την απόφαση της κυβέρνησης για το θέμα ρήψης αποβλήτων στον ποταμό Πηνειό.
Δεν απέκτησε παιδιά από το γάμο με τη Μαρίκα Πλάκα, πέθανε στη Λάρισα τον Μάιο του 1973. Προς τιμήν του ιδρύθηκε το Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο στη Λάρισα, και το όνομά του δόθηκε στην Κεντρική Πλατεία της Χάλκης Λάρισας.

Χατζηλάρ, Ολυμπία

  • Άτομο

Η Ολυμπία Χατζηλάρ ή Χατζηλέρ γεννήθηκε το 1899 στην Πέλτο Προύσης και εγκαταστάθηκε στις Σέρρες. Διέμενε στην οδό Αγησιλάου, στη συνοικία Κιουπλιά μαζί με άλλους πρόσφυγες. Στο δημοτολόγιο Σερρών του 1934 είναι εγγεγραμμένη με το όνομα Χατζηλέρ, το γένος Τσομπανίδου και ως σηροτρόφος, επάγγελμα που ασκούσε πιθανότατα στην πατρίδα της.

Χριστοδούλου, Γεώργιος

  • Άτομο
  • 1899 - 1972

Διπλωματικός ακόλουθος σε Αγίους Σαράντα, Κωνσταντινούπολη, Άγκυρα, Ρόδο, Ρώμη, Παρίσι, Κάιρο, Μασσαλία, Καμπέρα Αυστραλίας, Βιέννη, Αυστρία κ.α.

Χρύσανθος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών

  • Άτομο

Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (Kομοτηνή 1881-Αθήνα 1949) που έφερε το κοσμικό όνομα Χαρίλαος Φιλιππίδης, υπήρξε σημαντική προσωπικότητα της ορθόδοξης εκκλησίας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (1897-1903) και στα πανεπιστήμια Λειψίας και Λωζάνης (1907-1911). Διετέλεσε αρχειοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αρχισυντάκτης του επίσημου οργάνου του Πατριαρχείου Εκκλησιαστική Αλήθεια (1911-1913), μητροπολίτης Τραπεζούντος (18 Μαΐου 1913 - 13 Δεκεμβρίου 1938) και αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος (13 Δεκεμβρίου 1938 - 2 Ιουλίου 1941).
Με την ιδιότητα του μητροπολίτη Τραπεζούντος προστάτευσε τους πληθυσμούς του Πόντου στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ενώ την περίοδο 1918-1921 δραστηριοποιήθηκε για την ανάδειξη του ζητήματος της αυτοδιάθεσης του Πόντου. Τον Ιανουάριο του 1920 υπέγραψε το σύμφωνο Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας. Για τη δράση του αυτή καταδικάστηκε σε θάνατο από τους Τούρκους τον Μάιο 1921. Υπήρξε επίσης μέλος της «Κανονικής Πλειονοψηφίας της Αγίας Ιεράς Συνόδου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου που αντιτάχθηκε στην εκλογή του Μελέτιου Μεταξάκη. Το 1926 διορίστηκε αποκρισάριος (αντιπρόσωπος) του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα και συνέβαλε στην επίλυση πολλών εκκλησιαστικών προβλημάτων.
Ως αρχιεπίσκοπος πρωτοστάτησε στην ψήφιση σημαντικών για την ελλαδική εκκλησία νόμων ενώ η περήφανη στάση του έναντι των Γερμανών και η άρνησή του να ορκίσει την κατοχική κυβέρνηση του στοίχισαν την απομάκρυνσή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Την περίοδο της Κατοχής ήταν πρόεδρος της Επιτροπής συντονισμού του εθνικού αγώνος. Μετά την απελευθέρωση ιδιώτευσε παρακολουθώντας ωστόσο στενά τις εκκλησιαστικές εξελίξεις. Ο ρόλος του στην εκλογή του αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα ως Οικουμενικού Πατριάρχη υπήρξε σημαντικός.
Η πνευματική δραστηριότητα του Χρύσανθου ήταν πλούσια. Συνέγραψε πολλά άρθρα και μελέτες και ήταν από τους ιδρυτές της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, που εξέδιδε το περιοδικό Αρχείον Πόντου. Στους τόμους 4 και 5 του περιοδικού αυτού εκδόθηκε και το κορυφαίο έργο του Η Εκκλησία Τραπεζούντος (1933). Για την πνευματική και την εν γένει δράση του ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1937) και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1938). Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος (1949).
Πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου 1949 στην Αθήνα. Λόγω της δράσης του υπέρ των δικαίων του Πόντου αναφέρεται συχνά και ως αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος.

Χώτζης, Ιωάννης

Ο Ιωάννης Χώτζης ήταν λόγιος Κωνσταντινουπολίτης, μέλος του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου Επικρατείας, του Ινστιτούτου Ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και φιλίστορας.

Αποτελέσματα 1001 έως 1046 από 1046