Εμφανίζει 1046 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή

Γραφείο Εποικισμού Κέρκυρας

Αρχείο που προέκυψε από τη δραστηριότητα της Ειδικής Επιτροπής του ν. ΔΝΔ΄ (4054)/1912 “Περί απαλλαγής αγροτικών ακινήτων εν Κερκύρα εκ των βαρινόντων αυτά διηνεκών βαρών» για την απαλλαγή των αγροτικών ακινήτων από τα παλαιά φεουδαλικά βάρη. Οι αρμοδιότητες της Επιτροπής μεταβιβάζονται το 1917 στη Διεύθυνση Εσωτερικού Αποικισμού του νεοσύστατου από την κυβέρνηση Βενιζέλου Υπουργείου Γεωργίας και Δημοσίων Κτημάτων. Με το Νόμο 853 του 1917 το Υπουργείο Γεωργίας και Δημοσίων Κτημάτων μετονομάζεται σε Υπουργείο Γεωργίας, ενώ στο οργανόγραμμα του προβλέπεται Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων με Τμήμα Εποικισμού με βασική αρμοδιότητα την απαλλοτρίωση και διανομή γαιών στους αγρότες και στους πρόσφυγες. Το 1920 τροποποιείται ο οργανισμός του Υπουργείου Γεωργίας και δημιουργείται Διεύθυνση Εποικισμού στην οποία υπάγονται τα Τμήματα Απαλλοτριώσεων, Αποκαταστάσεως Καλλιεργητών, Εποικισμού και Θεσσαλικού Γεωργικού Ταμείου. Την ίδια χρονιά με το Νόμο 2026 οργανώνεται και η εξωτερική υπηρεσία του εποικισμού με τη σύσταση των κατά τόπους Γραφείων και Διευθύνσεων Εποικισμού με αρμοδιότητα τη μελέτη αναγκαστικών απαλλοτριώσεων αγροκτημάτων, την παραχώρηση και διανομή τους σε ακτήμονες, τον έλεγχο των συνεταιρισμών αποκατάστασης ακτημόνων και τη μελέτη της μετακίνησης αγροτικών πληθυσμών και της εγκατάστασης τους. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η δημιουργία του Γραφείου Εποικισμού Κέρκυρας

Νομαρχία Κερκυρας, Διεύθυνση Εσωτερικών

Το πρώτο νομοθέτημα που καθόριζε την οργάνωση της περιφερειακής διοίκησης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αποτελούσε το διάταγμα της 3/15.4.1833 «περί διαιρέσεως του βασιλείου και της διοικήσεώς του». Με το διάταγμα αυτό η επικράτεια του ελληνικού βασιλείου διαιρέθηκε σε 10 νομούς. Την ίδια χρονιά με το διάταγμα 26.4/8.5.1833 καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες των νομαρχών. Ο Νομός Κέρκυρας συγκροτήθηκε με τα Βασιλικά Διατάγματα της 17ης Δεκεμβρίου 1864 «Περί εφαρμογής και εν Επτανήσω του περί διοικητικής διαιρέσεως του κράτους νόμου» και της 5ης Μαρτίου του 1865 «Περί διαιρέσεως των επαρχιών Κερκύρας και Κεφαλληνίας». Έκτοτε, οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που ρύθμιζαν τα ζητήματα διοικητικής διαίρεσης του κράτους, αρμοδιότητας των νομαρχών και εν γένει της οργάνωσης αυτοδιοίκησης δευτέρου βαθμού ήταν συνεχείς, απότοκο, βεβαίως, της εδαφικής επέκτασης του ελληνικού βασιλείου, της τεταμένης πολιτικής κατάστασης, της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων και του εκσυγχρονισμού της διοίκησης. Τομή για την αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού αποτελεί το Νομοθετικό Διάταγμα «περί διοικήσεως των νομών» της 9ης Μαΐου 1923 που καθιέρωνε το Νομό ως β βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, καθόριζε τα όργανα της διοίκησης του Νομού (Νομάρχης, Νομαρχιακό Συμβούλιο, Νομαρχιακή Επιτροπή), αλλά και τις αρμοδιότητες που ασκούσε ο Νομάρχης και τα υπόλοιπα όργανα νομαρχιακής διοίκησης. Οι αρμοδιότητες του Νομάρχη και το οργανόγραμμα των υπηρεσιών της Νομαρχίας καθορίζονται εκ νέου από τους Αναγκαστικούς Νόμους 1179/13.4.1938 «Περί των Νομαρχών» και 1488/22.11.1938 «Περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών του Υπουργείου των Εσωτερικών» και το εκτελεστικό Βασιλικό Διάταγμα του τελευταίου (Β.Δ. 20.3.1939 «Περί εκτελέσεως του υπ’ αριθ. 1488/1938 Α. Νόμου περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών του Υπουργείου των Εσωτερικών. Σύμφωνα με την παραπάνω νομοθεσία, οι Νομάρχες προΐστανται των πολιτικών υπηρεσιών της περιοχής τους – πλην των δικαστικών – καθώς και των αστυνομικών και λιμενικών υπηρεσιών και ασκούν αρμοδιότητες των υπουργείων, είτε αποκλειστικά είτε μετά από μεταβίβασή τους από την κεντρική εξουσία. Ειδικότερα, ο Νομάρχης εποπτεύει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια της περιοχής δικαιοδοσίας του και εγκρίνει τις αστυνομικές διατάξεις, ασκεί εποπτεία επί των υπηρεσιών των λιμενικών αρχών όσον αφορά τη δημόσια τάξη και υγεία, ασκεί εποπτεία σε όλες τις ενώσεις και τα σωματεία του Νομού, ασκεί πειθαρχική εξουσία επί πάντων των υπηρετούντων στην περιφέρεια του Νομού πολιτικών υπαλλήλων, αίρει τις μεταξύ διοικητικών και δικαστικών αρχών εγειρόμενες συγκρούσεις καθηκόντων κ.ά. Το Β΄ κεφάλαιο του Αναγκαστικού Νόμου 1179 καθορίζει λεπτομερώς τις αρμοδιότητες που ασκεί ο Νομάρχης ανά υπουργείο (Εσωτερικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών, Εθνικής Οικονομίας, Συγκοινωνίας, Γεωργίας, Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως, Σιδηροδρόμων και Αυτοκινήτων και των Υφυπουργείων Αγορανομίας και Εργασίας) εξειδικεύοντας μάλιστα ανά Διευθύνσεις υπουργείων.

1ο Γυμνάσιο Σύρου

  • Συλλογικό Όργανο

Το πρώτο γυμνάσιο του Ελληνικού Κράτους, λειτούργησε για πρώτη φορά το 1833 στο χώρο του δημοτικού σχολείου Χίλδνερ και από τις 13 Νοεμβρίου 1834 στεγάστηκε σε κτίριο σχεδιασμένο από τον Βαυαρό αρχιτέκτονα Ερλάχερ. Χρηματοδοτήθηκε από εισφορές των εποίκων. Ο Νεόφυτος Βάμβας, πρώτος Γυμνασιάρχης, οργάνωσε το Γυμνάσιο κατά τα πρότυπα του Γυμνασίου της Χίου. Επόμενος Γυμνασιάρχης διετέλεσε ο Γεώργιος Σερούιος και ακολούθησαν οι Σπυρίδων Φιντικλής, Γ. Σουρίας, κ.α. Μεταξύ των διακεκριμένων μαθητών του υπήρξαν οι: Ελευθέριος Βενιζέλος, Ανδρέας Συγγρός, Γιαννούλης Χαλεπάς, Αριστομένης Προβελέγγιος, Κλων και Κυπάρισσος Στέφανος, Κωνσταντίνος Βολανάκης , Μάνος Ελευθερίου.

2ο Δημοτικό Σχολείο Ερμουπόλεως

  • Συλλογικό Όργανο

Ιδρύθηκε το 1838 και στεγάστηκε σε κτίριο που σχεδιάστηκε από τον Λοχαγό W. von Weiler. Το κτίριο αρχικά ήταν χωρισμένο σε δύο ίδια περίπου, αλλά ανεξάρτητα τμήματα και περιλάμβανε δύο σχολεία: ένα για τα αγόρια και ένα για τα κορίτσια. Το κτίριο καταστράφηκε με τους βομβαρδισμούς του 1944. Στη συνέχεια επισκευάστηκε και συνεχίζει να λειτουργεί έως και σήμερα.

6ο Δημοτικό Σχολείο Ερμουπόλεως

  • Συλλογικό Όργανο

Μετά την ίδρυση του προσφυγικού συνοικισμού το 1929 στην περιοχή του Ξηροκάμπου και για την εξυπηρέτηση των προσφυγικών οικογενειών, αλλά και των ντόπιων, ιδρύθηκε δημοτικό σχολείο, το μετέπειτα 6ο. Σ ́ αυτό συγχωνεύτηκαν το Α ́ Δημοτικό Σχολείο των Ταξιαρχών
και το 8ο Δημοτικό Σχολείο Ερμούπολης. Μεταξύ των δασκάλων του υπήρχαν άτομα προσφυγικής
καταγωγής.

Chaye - Πετρίτζης, Simon

  • Άτομο

O Simon Chaye – Πετρίτζης είναι καλλιτέχνης , ιδιοκτήτης gallery και συλλέκτης έργων τέχνης, απόγονος της Συριανής οικογένειας Πετρίτζη

Μαυρομουστάκης, Αντώνιος

  • Άτομο

Ο Αντώνιος Μαυρομουστάκης, γεννήθηκε στην Σύρο το 1935 και είναι πρόσφυγας δεύτερης γενιάς. Οι γονείς του ήταν ο Αχιλλέας Μαυρομουστάκης, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη και η Στυλιανή Κατολία, γεννημένη στα Δαρδανέλλια, οι οποίοι λίγο πριν το 1922 έφτασαν στη Σύρο. Ο Αχιλλέας Μαυρομουστάκης τα πρώτα χρόνια, δούλευε σαν δάσκαλος στο Αμερικανικό Ορφανοτροφείο της Near East Relief, αργότερα διορίστηκε στη Δημαρχία ληξίαρχος και εξελέγη δύο φορές δημοτικός σύμβουλος. Τον Ιούλιο του 1923, μαζί με άλλους πρόσφυγες, ιδρύουν την “Παμπροσφυγική Ένωση Κυκλάδων” , με πρώτο Πρόεδρο τον ίδιο. Έργο του Συλλόγου ήταν να περιθάλψει τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και να διεκδικήσει για αυτούς καλύτερες συνθήκες ζωής. Με τις ενέργειες του Συλλόγου χτίστηκε ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός στον Ξηρόκαμπο, στους πρόποδες της Άνω Σύρου.

Κρίνος, Δημήτριος Αθανασίου

  • Άτομο

Ο Δημήτριος Αθανασίου Κρίνος με καταγωγή από τη Χίο, υπήρξε δικηγόρος, μελετητής της τοπικής ιστορίας και αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά.
Δώρισε στα ΓΑΚ Σύρου μία πλούσια συλλογή από βιβλία, λυτά έγγραφα, φωτογραφίες, όπως και κάποια αντίτυπα από την εφημερίδα «Το Βήμα της (Σμύρνης)» του εκδότη Αρίστου Περίδη.

Περίδης, Αρίστος

  • Άτομο

Ο Αρίστος Περίδης ήταν δημοσιογράφος και πρόσφυγας στη Σύρο από τη Μικρά Ασία το 1922.
Εξέδιδε τη δισέλιδη εφημερίδα « Βήμα της (Σμύρνης)», κάθε Τετάρτη και Σάββατο, με πλούσια πολιτική αρθρογραφία.

Δήμος Ερμούπολης

  • Συλλογικό Όργανο

Ο Δήμος Ερμουπόλεως ιδρύθηκε με το από 1/13-10-1834 Βασιλικό Διάταγμα, ως ένας εκ των δύο Δήμων στη νήσο Σύρο. Πρώτος Δήμαρχος διατέλεσε ο Γεώργιος Πετρίτζης, έμπορος, με καταγωγή από τη Σμύρνη. Με το πρόγραμμα «Καλλικράτης», από το 2010, όλοι οι Δήμοι και Κοινότητες της Σύρου ενσωματώθηκαν σε έναν Δήμο με την ονομασία «Δήμος Σύρου- Ερμούπολης».

Ισιδώρειο Ορφανοτροφείο Σύρου

  • Συλλογικό Όργανο

Το Δημοτικό Ορφανοτροφείο Αρρένων ιδρύθηκε το 1855 επί δημαρχίας Α. Δαμαλά. Το Ορφανοτροφείο φέρει μέχρι και σήμερα το όνομα του Νικολάου Ισιδώρου, που κληροδότησε σε αυτό την περιουσία του στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ελευθερίου, Μάνος

  • Άτομο
  • 1938 - 2018

Ποιητής, πεζογράφος, επιμελητής εκδόσεων και στιχουργός. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, τόμους με πεζά, λευκώματα και τέσσερις τόμους για το «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ό αιώνα, 1901-1921», καθώς και την ανθολογία «Ερμούπολη: μια πόλη στη λογοτεχνία» (Μεταίχμιο, 2004). Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005 για το μυθιστόρημά του «O καιρός των χρυσανθέμων» (Mεταίχμιο, 2004). Παράλληλα ασχολήθηκε με το τραγούδι. Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια και έχει συνεργαστεί σχεδόν με όλους τους Έλληνες συνθέτες. Το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, για το σύνολο του έργου του.

Δημοτικό Νοσοκομείο Ερμουπόλεως «Ελπίς»

Το Δημοτικό Νοσοκομείο «Ελπίς», ανεγέρθηκε με τη συνεισφορά εμπόρων το 1825 και άρχισε να λειτουργεί το 1826. Ήταν το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο της χώρας. Μεταφέρθηκε σε νέο κτίριο που αποπερατώθηκε το 1957, με δωρεά Ι. Βαρδάκα και χάρη στο κληροδότημα Στ. Κ. Πρωίου, όπου στεγάζεται έως και σήμερα έχοντας πλέον μετονομαστεί σε Γενικό Νοσοκομείο Σύρου - «Βαρδάκειο και Πρώιο» .

Συκουτρή - Ανδρειωμένου, Ντίνα

  • Άτομο

Η Ντίνα Συκουτρή – Ανδρειωμένου είναι λουκουμοποιός και προέρχεται από οικογένεια προσφύγων. Έπειτα από ενέργειές της, εγκρίθηκε η εγγραφή του «Συριανού λουκουμιού» στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.

Νομαρχία Κυκλάδων, Διεύθυνση Υγείας - Πρόνοιας

Το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Κυκλάδων ιδρύθηκε στην Ερμούπολη με τον Α.Ν. 388/5-6-1945, ως Ν.Π. Δ.Δ. εποπτευόμενο από το τότε Υπ. Κοινωνικής Πρόνοιας , με τη συγχώνευση των οργανισμών/ενώσεων χριστιανικής αλληλεγγύης, της επιτροπής συσσιτίων και φιλανθρωπικών εταιρειών που δρούσαν τότε και αρμοδιότητα σε 24 κατοικημένα νησιά των Κυκλάδων. Με μεταγενέστερο νόμο μετατράπηκε σε δημόσια υπηρεσία του Υπ. Κοινωνικής Πρόνοιας και μετονομάσθηκε σε υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας Κυκλάδων. Σήμερα υπάγεται στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου ως Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας Κυκλάδων.

Κουτσομητοπούλου, Π. & Γ, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Κουτσομητοπούλου υπήρξε προυχοντική οικογένεια της Καλαμάτας του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Οι Γεώργιος και Παναγιώτης Αριστείδη Κουτσομητόπουλοι -γεννηθέντες τη δεκαετία του 1940- ήταν γόνοι αυτής της οικογένειας. Ο Γεώργιος ήταν υπάλληλος Εθνικής Τραπέζης και ο Παναγιώτης δικηγόρος. Και οι δυο υπήρξαν χαλκέντεροι συλλέκτες αρχειακών τεκμηρίων σχετικών με την εξέλιξη της Καλαμάτας.

Γαργαλίδης, Παναγιώτης

  • Άτομο

Ο υποστράτηγος Παναγιώτης Γαργαλίδης (Μεσσήνη, 1870 - Καλαμάτα, 1942) πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1897 έως τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Στη διάρκεια της Ουκρανικής Εκστρατείας ήταν διοικητής της β΄ μεραρχίας πεζικού και διακρίθηκε στη διάσωση της συμμαχικής φρουράς Χερσώνας. Το 1922 ήταν διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού στον Έβρο. Τον Οκτώβριο του 1923 έλαβε μέρος στο φιλομοναρχικό κίνημα του Λεοναρδόπουλου και καταδικάστηκε σε θάνατο χωρίς όμως η ποινή να εκτελεστεί. Αποκαταστάθηκε το 1935.

Γλύκαντζη, Ευφροσύνη

  • Άτομο

Η Ευφροσύνη, θυγατέρα του Σταύρου Γλύκαντζη (καπετάνιου καϊκιών) και της Χρυσής, το γένος Ιωάννη Παπόγλου, με καταγωγή από τους Ελιγμούς της επαρχίας Προύσας, επαγγελλομένης οικιακά, εγκαταστάθηκε μετά τον α΄διωγμό του 1917 στην Παραλία Καλαμάτας, στην οικία του Δημήτρη Παναγιωτόπουλου, σε ηλικία 23-24 ετών. Αργότερα παντρεύτηκε έναν πλανόδιο ψαρά ονόματι Βογιαντζή.

Δρογκάρης, Κωνσταντίνος

  • Άτομο

Ο Κωνσταντίνος Δρογκάρης είναι γιατρός και συλλέκτης αρχειακού υλικού. Ζει και εργάζεται στη Σπάρτη. Γεννήθηκε τη δεκαετία του 1950.

Ληξιαρχείο Κέρκυρας

Το αστικό Ληξιαρχείο Κέρκυρας ιδρύθηκε κατ’ εφαρμογή του αστικού κώδικα του Ιονίου Κράτους το 1841.

Κοντόσταυλος, Αλέξανδρος

Γεννήθηκε στη Χίο και καταγόταν από αρχοντική οικογένεια με ρίζες στο Βυζάντιο. Στάλθηκε για σπουδές στη Μπολόνια και τη Βιέννη και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Δραστηριοποιήθηκε ενεργά στον χώρο της ναυτιλίας, ανοίγοντας τον πρώτο ελληνικό εμπορικό οίκο στο Λονδίνο το 1817. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στην Τεργέστη και βοήθησε την επανάσταση μεταφέροντας τρόφιμα και πολεμοφόδια με τα πλοία του.
Το 1823 ήλθε ο ίδιος στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου. Επιστρέφοντας μετά από μια διετία στην Αυστρία, συνελήφθη από τις αυστριακές αρχές ως ύποπτος και εκτοπίστηκε. Κατέφυγε στην Αγγλία, από εκεί το 1826, στάλθηκε από την προσωρινή κυβέρνηση της Ελλάδας στην Αμερική για να επιβλέψει τη ναυπήγηση δύο ατμοκίνητων φρεγατών. Τελικά ναυπηγήθηκε μόνο η φρεγάτα "Ελλάς", γι' αυτό και κατηγορήθηκε ότι καταχράστηκε δημόσιο χρήμα. Το 1828, διορίστηκε από τον Καποδίστρια μέλος της οικονομικής επιτροπής και στάλθηκε στη Μάλτα, απ' όπου και αγόρασε από τους Ιππότες της Μάλτας τα μηχανήματα του πρώτου νομισματοκοπείου, με τα οποία κόπηκαν στην Αίγινα τα πρώτα ελληνικά νομίσματα του Φοίνικα.
Επί Όθωνα, και συγκεκριμένα την εποχή της αντιβασιλείας, κατηγορήθηκε για διαφθορά τόσο κατά τη ναυπήγηση των πλοίων όσο και κατά την αγορά του νομισματοκοπείου. Καταδικάστηκε τελικά να επιστρέψει 174.000 δραχμές. Η καταδίκη αυτή τον οδήγησε να φύγει στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου μετά την επανάληψη της δίκης αποκαταστάθηκε πλήρως. Στη συνέχεια άρχισε να πολιτεύεται στην Κάρυστο, όπου και εκλέχθηκε βουλευτής κατ' επανάληψη. Το 1855, για να αποκαταστήσει ευρύτερα τη φήμη του, δημοσίευσε το κείμενο «Περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών και του εν Αιγίνει νομισματοκοπείου». Επί κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών, διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.
Η οικία του βρισκόταν στο μέρος που είναι σήμερα η Παλαιά Βουλή ενώ διατηρούσε οικία στην Αίγινα και στην Εύβοια, όπου κατείχε σημαντικές εκτάσεις. Γιος του ήταν ο διπλωμάτης και πολιτικός Αλέξανδρος Α. Κοντόσταυλος. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1865.
Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82 [Τελευταία επίσκεψη: 19/5/2020].

Δημητράτος, Αριστείδης

Ο Αριστείδης Δημητράτος ήταν κοινωνιολόγος, ηγετικό στέλεχος της ΓΣΕΕ, υπουργός Εργασίας και βουλευτής με την ΕΡΕ. Γεννήθηκε στον Αγκώνα Κεφαλλονιάς το 1902 και ήταν γιός του ιερέα Μιλτιάδη και της Ασπασίας, αδερφός του Γεράσιμου, της Τερψιχώρης, του Γεωργίου, του Δημητρίου και του σοσιαλιστή ηγέτη Νίκου Δημητράτου (πρώτου γραμματέα της ΚΕ του ΣΕΚΕ) και ξάδερφος του Παναγή Δημητράτου. Κατά τα γυμνασιακά του χρόνια εντάχθηκε στη Σοσιαλιστική Νεολαία Ελλάδας και το 1920 εκλέχτηκε γραμματέας. Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών και των στρατιωτικών του υποχρεώσεων (πολέμησε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο ως το 1922) δραστηριοποιήθηκε στο Συνδικαλιστικό Κίνημα. Στις αρχές της δεκαετίας του '20 ανέλαβε σημαντικές καθοδηγητικές θέσεις στην ΟΚΝΕ, ενώ πρωταγωνίστησε και στους αγώνες των καπνεργατών της Καβάλας. To 1924 συνέστησε την Ενωτική Ομάδα Καπνεργατών και την Ενωτική Εργατική Παράταξη Μακεδονίας-Θράκης που διαφώνησαν με το ΚΚΕ. Το 1925 εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης και το 1926 μέλος της διευθύνσεως της ΓΣΕΕ από το 4ο Εθνικό Πανεργατικό Συνέδριο. Ταυτόχρονα, αποχώρησε από το ΚΚΕ, στράφηκε στον αντικομμουνισμό και εντάχθηκε στο συντηρητικό στρατόπεδο, στο οποίο παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Το 1928 εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας της ΓΣΕΕ από το 5ο Πανεργατικό Συνέδριο και το ίδιο έγινε και το 1937 με το 7ο Πανεργατικό Συνέδριο. Από το 1930 ως το 1934 αποτέλεσε μέλος του ασφαλιστικού ταμείου των καπνεργατών. Το 1930 συμμετείχε και στο κυβερνητικό συμβούλιο κοινωνικής πολιτικής. Το 1931, 1934, 1936, 1938, 1940 εκλέχτηκε μέλος του Ανώτατου Οικονομικού Συμβουλίου. Το 1931 και το 1933 έλαβε μέρος ως απεσταλμένος της Ελλάδας για τα θέματα κοινωνικής πολιτικής στο 2ο και το 3ο συνέδριο της Βαλκανικής ομοσπονδίας. Από το 1932 ως το 1936 αποτέλεσε μέλος της επιτροπής για την προστασία και το εμπόριο των ελληνικών καπνών. Το 1935 εκλέχτηκε γραμματέας του Εργατικού Κόμματος Ελλάδος και πρόεδρος της επιτροπής για τη διατήρηση του δημοκρατικού καθεστώτος. Το 1936, επί κυβερνήσεως Δεμερτζή, έλαβε μέρος στην Επιτροπή Ρυθμίσεως των Εργατικών Ζητημάτων και εκλέχτηκε προϊστάμενος της Εθνικής Εργατικής Συνδιασκέψεως Θεσσαλονίκης. Στις 5 Αυγούστου 1936 διορίστηκε υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Από το 1936 έως το 1940 διετέλεσε υφυπουργός Εργασίας του Μεταξά, θέση που διατήρησε και στην κυβέρνηση Κορυζή έως τις 20.4.1941. Στην κυβέρνηση Τσουδερού που ακολούθησε διορίστηκε υπουργός Γεωργίας και υφυπουργός Εργασίας και Συνεταιρισμών έως τις 2.6.1941. Πήγε στην Κρήτη με την κυβέρνηση όταν γινόταν η μάχη της Κρήτης και στη συνέχεια ακολούθησε την εξόριστη κυβέρνηση στο Κάιρο, τη Νότια Αφρική και την Αγγλία. Τον Οκτώβριο του 1941 ηγήθηκε της ελληνικής αντιπροσωπείας στην Διεθνή Διάσκεψη Εργασίας στη Νέα Υόρκη. Παραιτήθηκε τον Φεβρουάριο του 1942 (όσο ήταν ακόμη στην Αμερική) όταν διαφώνησε με τον Τσουδερό σχετικά με την κατάργηση του προνομίου του Βασιλιά να διορίζει και να παύει τον Πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του. Κατόπιν τούτου, και αφού του αφαιρέθηκε το διαβατήριο, ζήτησε άσυλο και παρέμεινε στη Νέα Υόρκη έως το 1944.
Στα τέλη του 1945 επέστρεψε στην Ελλάδα και εκλέχτηκε ως ανεξάρτητος βουλευτής στην Κεφαλονιά το 1946. Στις 6/4/1948 επανεκλέχτηκε γενικός γραμματέας της ΓΣΕΕ από το 9ο Εθνικό Πανεργατικό Συνέδριο, αν και η κυβέρνηση τον έπαψε από αυτή τη θέση με ειδικό νομοθετικό διάταγμα την επομένη. Το 1950 ίδρυσε το Εργατικό Κόμμα και στις εκλογές συνεργάστηκε με την λεγόμενη «Τρίτη κατάσταση» του Βαμβέτσου χωρίς επιτυχία.
Το 1956 επανεκλέχτηκε βουλευτής Κεφαλληνίας και το 1958 κατέβηκε ως υποψήφιος με την ΕΡΕ στην Β΄ Αθηνών, όπου και εκλέχτηκε για ακόμη μία φορά. Από τις 17.5.1958 έως τις 20.9.1961 ανέλαβε το υπουργείο Εργασίας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών.
Είχε λάβει μέρος σε διάφορες κυβερνητικές επιτροπές από το 1925 έως το 1941, ενώ διετέλεσε μέλος των Συμβουλίων Εποπτείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ανώτατον Εκπαιδευτικόν, Εργασίας κ.λπ.
Είχε συστήσει και διεύθυνε τα εξής δημοσιογραφικά όργανα: Συνδικαλιστική Επιθεώρησις, 1930, το περιοδικό Η Εργατική Ελλάς, 1937-1941, Εφημερίς των Εργατών, 1938-1941, 1948, Κοινωνία, 1940-1941

Είχε παντρευτεί το 1933 την Ειρήνη Αθανασούλη, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, την Αλίκη (1940) και την Ασπασία, και σε δεύτερο γάμο (το 1955) τη Θάλεια Ν. Καρανίκα.

Δημοσιεύματα: Μελέται περί της ανεργίας εν Ελλάδι, της κοινωνικής ασφαλίσεως και διαφόρων προβλημάτων της εθνικής οικονομίας, Ανάγκη κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, Θεσσαλονίκη, 1926, «Το Καπνεργατικόν ζήτημα και η επεξεργασία των καπνών», Θεσσαλονίκη, 1927, «Η βιομηχανική ανεργία», Πειραιάς, 1928, «Η εξέλιξις της ανεργίας εν Ελλάδι», 1929, «Ανάγκη καταπολεμήσεως της ανεργίας, ΓΣΕΕ», 1931, «Κοινωνικά επακόλουθα της οικονομικής κρίσεως», 1932, «Οι Έλληνες ναυτικοί φορείς της προόδου και του πολιτισμού», 1934, «Φραγμός εις την εκμετάλευσιν της ανθρώπινης εργασίας», 1936, «Το νέον Κράτος εθεμελίωσε σταθερούς όρους ζωής και Κοινωνικής εξελίξεως», 1937, «Δύο χρόνια κοινωνικής και εργατικής δημιουργίας», 1938, «Η απογραφή των μισθωτών και η κοινωνική πολιτική της κυβερνήσεως», εκδ, εργατών Ελλάς, 1937, «Οι κοινωνικοί νόμοι οδηγούν εις την εθνικήν πρόοδον», 1939, «Η δημιουργική δράσις των στελεχών και αι υπηρεσίαι των προς την εργατικήν υπόθεσιν», 1939, Το σύστημα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, 1939, «Όχι φραγμοί εις την τεχνικήν πρόοδον», εφ. Εργατών, 1939, «το εργατικό μας ζήτημα», 1947, «Το δικαίωμα της απεργίας», εφ. Εργατών, κ.ά.

[Πηγές σύνταξης βιογραφικού: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης, (http://www.ggk.gov.gr), Who is Who 1965, Δημοσθένης Κούκουνας, Οι Ελληνες Πολιτικοί, Ιστορικό βιογραφικό Λεξικό 1926-1949, Αθήνα, 1999, http://el.wikipedia.org/wiki, υλικό του αρχείου]

Σπαθάρης, Αυρήλιος

Νομικός σύμβουλος του Πατριαρχείου και γιος του καθηγητή της Μεγάλης του Γένους Σχολής Ανδρέα Σπαθάρη.

Φιλάρετος, Κλεισθένης

Σπούδασε χημικός μηχανικός στο Universite-Institut Chimique, Nancy,Γαλλία, από όπου αποφοίτησε το 1906. Εργάστηκε ως μηχανικός σε μεταλλουργικά εργοστάσια των Ηνωμένων Πολιτειών. Επίσης εργάστηκε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ως Γενικός Επιθεωρητής. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας.
Πηγή: http://library.tee.gr/vufind/Record/en10000188/Description [17/6/2020]

Υπουργείο Γεωργίας, Διεύθυνση Τοπογραφικής Υπηρεσίας

Η Τοπογραφική Υπηρεσία συστάθηκε το 1917 παράλληλα με τη σύσταση του υπουργείου Γεωργίας και υπαγόταν στο Τεχνικό Τμήμα της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων. Την ίδια χρονιά με τον Νόμο 886 «Περί συστάσεως και οργανισμού σώματος τοπογράφων μηχανικών» συγκροτήθηκε σώμα τοπογράφων μηχανικών υπαγόμενο στην αρμοδιότητα του υπουργείου Γεωργίας «προς διεξαγωγήν των τεχνικών υπηρεσιών της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων». Με τον ίδιο νόμο καθορίστηκαν ζητήματα διορισμού, μονιμότητας, αμοιβών και κατηγοριοποίησης του τεχνικού προσωπικού της Τοπογραφικής Υπηρεσίας. Έτσι, το τεχνικό προσωπικό της υπηρεσίας αποτελούσαν ο τμηματάρχης του Τεχνικού Τμήματος, πέντε επιθεωρητές, 36 προϊστάμενοι Τοπογραφικών Συνεργείων, 50 μηχανικοί, 36 βοηθοί και 12 σχεδιαστές. Με τον Νόμο 1317 του 1918 τροποποιήθηκε η σύνθεση του προσωπικού της υπηρεσίας ως εξής: ένας επιθεωρητής, πέντε ελεγκτές, 16 προϊστάμενοι συνεργείων, 20 τοπογράφοι μηχανικοί α΄ τάξεως, 25 τοπογράφοι μηχανικοί β΄ τάξεως, 25 δόκιμοι τοπογράφοι μηχανικοί. Τον Ιανουάριο του 1920 ψηφίστηκε ο Νόμος 1843 «περί κυρώσεως του από 15 Ιουλίου 1919 νομοθετικού διατάγματος περί συμπληρώσεως των διατάξεων περί τοπογραφικής υπηρεσίας της διευθύνσεως κτημάτων του Υπουργείου Γεωργίας» που διαμόρφωσε εκ νέου το οργανόγραμμα της υπηρεσίας και τη διάρθρωση του προσωπικού της. Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο δημιουργήθηκε θέση προϊσταμένου Σχεδιαστηρίου στην Τοπογραφική Υπηρεσία και αυξήθηκε και ο αριθμός των σχεδιαστών. Με τον ίδιο νόμο προβλεπόταν και η ανάθεση αρμοδιοτήτων τοπογράφων της υπηρεσίας που απορρέουν από την εφαρμογή του Νόμου 1072 σε στρατιωτικούς ή άλλους δημοσίους υπαλλήλους και η δυνατότητα πρόσληψης αλλοδαπών σχεδιαστών και τοπογράφων. Καθοριζόταν, επίσης, ότι τις λογιστικές υπηρεσίες της Τεχνικής Υπηρεσίας της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων εκτελεί αποσπασμένος αξιωματικός. Με το άρθρο 8 του Νόμου 1317 προβλεπόταν και η ίδρυση τεχνικών γραφείων στις πρωτεύουσες των νομών της χώρας με αρμοδιότητες «την εκτέλεσιν τοπογραφικών υπολογισμών και σχεδίων των κατά την περιφέρειαν του γραφείου εργαζομένων συνεργείων και την επί τούτων άσκησιν αμέσου εποπτείας». Οι λεπτομέρειες για την ίδρυση, λειτουργία και δικαιοδοσία των περιφερειακών τεχνικών γραφείων θα καθορίζονταν για το καθένα ξεχωριστά με σχετικά βασιλικά διατάγματα. Λίγους μήνες αργότερα με τον Νόμο 2204 ανατίθονταν τα ταμιακά και λογιστικά καθήκοντα της υπηρεσίας σε διοριζόμενο υπάλληλο απόφοιτο της Εμπορικής Σχολής, ενώ προβλεπόταν και η δυνατότητα πρόσληψης ως τοπογράφων στην Τοπογραφική Υπηρεσία αποφοίτων των στρατιωτικών σχολών των Ευελπίδων και των Υπαξιωματικών . Με τους Νόμους 3072 του 1924 και 3279 του 1925 τροποποιήθηκαν διάφορες διατάξεις που αφορούσαν κυρίως το προσωπικό της Τοπογραφικής Υπηρεσίας . Σύμφωνα με τα παραπάνω, η Τοπογραφική Υπηρεσία διαιρούνταν στην Κεντρική Υπηρεσία και στα περιφερειακά τεχνικά γραφεία. Το τεχνικό προσωπικό της υπηρεσίας εργαζόταν σε τοπογραφικές εργασίες στην περιφέρεια συγκροτώντας Τοπογραφικά Συνεργεία τα οποία εποπτευόταν από τα περιφερειακά τεχνικά γραφεία. Στην Κεντρική Υπηρεσία εκτός από τη Γραμματεία και το Λογιστήριο υπαγόταν το Σχεδιαστήριο καθώς και το Τεχνικό Τμήμα. Στις αρμοδιότητες της Τοπογραφικής Υπηρεσίας ήταν η εκτέλεση τοπογραφικών εργασιών (κατάρτιση τοπογραφικών σχεδίων κτημάτων, σχεδίων ρυμοτομίας, καθορισμός ορίων κτημάτων, καθορισμός και διανομή κλήρων ακτημόνων και προσφύγων κ.ά.) στο πλαίσιο του εποικιστικού προγράμματος των ελληνικών κυβερνήσεων με την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και προσφύγων σε διαθέσιμες δημόσιες γαίες.
Το 1930 με τον Νόμο 4556 «περί οργανισμού Διευθύνσεως Τεχνικών Έργων Υπουργείου Γεωργίας» η Τοπογραφική Υπηρεσία εντάχθηκε ως τμήμα στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων η οποία περιλάμβανε επίσης και το Τμήμα Γεωργικής Υδραυλικής. Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, το Τοπογραφικό Τμήμα της Διευθύνσεως Τεχνικών Έργων είχε στην αρμοδιότητά του: α) «την εκτέλεσιν και παρακολούθησιν πάσης φύσεως τοπογραφήσεως εντός του Κράτους, είτε προς μελέτην υδραυλικής φύσεως έργων, είτε διά την εκμετάλλευσιν ή διανομήν εκτάσεων διατιθεμένων διά γεωργικούς ή εποικιστικούς σκοπούς». β) «Την εκτέλεσιν διαχωρισμών, προσωρινών και οριστικών διανομών, την σύνταξιν πινάκων διανομής και επίβλεψιν εφαρμογής των εγκεκριμένων σχεδίων διανομής». γ) «Την τήρησιν Αρχείου καταμετρήσεων και διανομών». Την ίδια χρονιά, με τον Νόμο 5006 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου 4556» συστάθηκε Γραφείο Λογιστικού στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων. Με το Προεδρικό Διάταγμα της 30ης Δεκεμβρίου 1932 «περί συμπτύξεως Υπηρεσιών Υπουργείου Γεωργίας και κανονισμού αρμοδιοτήτων» περιορίστηκε ο αριθμός του προσωπικού της Τοπογραφικής Υπηρεσίας τόσο στην Κεντρική Υπηρεσία όσο και των Τοπογραφικών Συνεργείων από 503 σε 292. Έτσι, οι οργανικές θέσεις της Τοπογραφικής Υπηρεσίας καθορίζονταν ως εξής: ένας προϊστάμενος, δύο επιθεωρητές, επτά ελεγκτές, 12 προϊστάμενοι συνεργείων, 15 μηχανικοί Α΄, 15 μηχανικοί Β΄, 20 δόκιμοι μηχανικοί, 60 γεωμέτρες, 40 τεχνικοί βοηθοί, ένας προϊστάμενος σχεδιαστηρίου, 35 σχεδιαστές, ένας γραμματέας, τρεις γραφείς, ένας λογιστής, δύο βοηθοί λογιστή, 30 απόφοιτοι στρατιωτικών σχολών και δύο κλητήρες. Ο αριθμός των 292 υπαλλήλων συμπληρωνόταν από τους μόνιμους και έκτακτους υπαλλήλους της τέως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Τεχνικού Τμήματος της Διεύθυνσης Αγροτικής Εγκαταστάσεως Παλαιάς Ελλάδας Ηπείρου και Νήσων (ΠΕΗΝ) της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) που μετά την κατάργησή της εντάχθηκε –μαζί με το αρχείο της– στην Τοπογραφική Υπηρεσία του υπουργείου Γεωργίας.
Το 1933 με το Προεδρικό Διάταγμα «περί ιδρύσεως γραφείων Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας» ιδρύθηκαν Γραφεία της Τοπογραφικής Υπηρεσίας στη Θεσσαλονίκη, την Κομοτινή και τη Δράμα , ενώ αργότερα ιδρύθηκαν Γραφεία Τοπογραφικής Υπηρεσίας και σε άλλες περιοχές της χώρας, όπως το Γραφείο Ιωαννίνων, Κοζάνης και Κρήτης . Το 1935 με τον Αναγκαστικό Νόμο «περί των εκτάκτων υπαλλήλων της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας και διαρρυθμίσεως της υπηρεσίας Τεχνικών Έργων» η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων του υπουργείου Γεωργίας μετονομάζεται σε Διεύθυνση Υδραυλικών Έργων και δεν περιλαμβάνει πλέον ως τμήμα την Τοπογραφική Υπηρεσία η οποία αναβαθμίζεται σε αυτόνομη Διεύθυνση. Ένα χρόνο αργότερα συστάθηκε θέση Γενικού Επιθεωρητή παρά τη Τοπογραφική Υπηρεσία του υπουργείου Γεωργίας .
Το 1943 με τον Νόμο 480 «Περί οργανώσεως της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας» καθορίστηκαν εκ νέου οι αρμοδιότητες, το οργανόγραμμα και οι οργανικές θέσεις του προσωπικού της Τοπογραφικής Υπηρεσίας. Στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας υπαγόταν: α) η εκτέλεση κάθε εργασίας που προβλεπόταν από τον Αγροτικό Νόμο ή άλλους ειδικούς νόμους και σχετίζονταν με την Τοπογραφική Υπηρεσία, η διατήρηση του αρχείου των αποτυπώσεων και διανομών κτημάτων, η έκδοση αντιγράφων διαγραμμάτων, κτηματολογικών πινάκων κ.λπ. για τον καταρτισμό οριστικών χρεώσεων και έκδοσης οριστικών τίτλων κυριότητας των αγροτικώς αποκατασταθέντων από τις εποικιστικές υπηρεσίες του Κράτους ή την τέως ΕΑΠ, η ενημέρωση του Κτηματολογίου για κάθε μεταβολή επί των κλήρων και η χορήγηση στοιχείων για την ρύθμιση των αποζημιώσεων στους αρχικούς ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων κτημάτων. β) Η καταμέτρηση, διανομή και εκπόνηση διαγραμμάτων επί εκτάσεων που ανήκουν στο Δημόσιο και σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου στα οποία θα εκτελεστούν έργα προς επαύξηση του γεωργικού τους εισοδήματος ή θα γίνει αγροτική αποκατάσταση των μελών τους καθώς και η εκτέλεση κτηματογραφήσεων για τις ανάγκες Υπηρεσιών, Νομικών Προσώπων και Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου. Σύμφωνα με τον νόμο, η Κεντρική Υπηρεσία της Διεύθυνσης της Τοπογραφικής Υπηρεσίας περιλάμβανε δύο Τμήματα και δύο Γραφεία. Το Τμήμα Α΄-Τεχνικών Μελετών είχε στην αρμοδιότητά του την τεχνική οργάνωση της Υπηρεσίας, τη σύνταξη τεχνικών κανονισμών και υποδειγμάτων των εκτελουμένων εργασιών, την επιμέλεια και την εκάστοτε διάθεση του τεχνικού υλικού και την τήρηση των εργασιών τριγωνισμού. Το Τμήμα Β΄-Κτηματογραφήσεως και Ελέγχου είχε στην αρμοδιότητά του την τήρηση του τεχνικού αρχείου, την παρακολούθηση και τον έλεγχο των οριστικών διανομών, τις εισηγήσεις στις Επιτροπές Ελέγχου κυρώσεων ή τροποποιήσεων διανομών, τη χορήγηση διαγραμμάτων και κτηματολογικών πινάκων για την ενημέρωση του Κτηματολογίου, τον καταρτισμό των οριστικών χρεώσεων των κληρούχων, την έκδοση οριστικών παραχωρητηρίων, τον καταρτισμό προγράμματος των προς εκτέλεση εργασιών από τα Τοπογραφικά Συνεργεία και τη χορήγηση των απαιτούμενων στοιχείων προς ρύθμιση των οφειλομένων προς τους ιδιοκτήτες αποζημιώσεων. Στο Γραφείο Διοικητικού και Γραμματείας υπαγόταν η διεκπεραίωση κάθε εγγράφου, η τήρηση του διοικητικού αρχείου και των στοιχείων του προσωπικού της Διεύθυνσης, η παρακολούθηση των μετακινήσεων του καθώς και η ταξινόμηση και τήρηση νόμων, διαταγμάτων ή εγκυκλίων που αφορούν τη Διεύθυνση της Τοπογραφικής Υπηρεσίας. Στο Λογιστικό Γραφείο υπαγόταν ο καταρτισμός του προϋπολογισμού της υπηρεσίας, η σύνταξη εκθέσεων περί των απαιτούμενων πιστώσεων, ο καταρτισμός των σχετικών εντολών πληρωμής, η σύνταξη μισθολογικών καταστάσεων του προσωπικού και η διαχείριση και διαφύλαξη του υλικού και των οργάνων της υπηρεσίας.
Ο Νόμος 480 καθόριζε, εκτός από τις οργανικές θέσεις της υπηρεσίας, και τη δομή των περιφερειακών γραφείων της Τοπογραφικής Υπηρεσίας. Έτσι, οριζόταν η λειτουργία των Περιφερειακών Γραφείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και στις έδρες των υπολοίπων Γενικών Διοικήσεων της χώρας. Αρμοδιότητα των Περιφερειακών Γραφείων ήταν η μελέτη των εργασιών διανομής κλήρων, η επίλυση κάθε διαφοράς κατά τη διανομή των κλήρων, η χορήγηση αποσπασμάτων εκ των στοιχείων των διανομών στους ενδιαφερομένους, η εκτέλεση διαφόρων τοπογραφικών εργασιών και η χορήγηση αναγκαίων στοιχείων για οριστικές χρεώσεις καθώς και η έκδοση οριστικών τίτλων κυριότητας των κληρούχων.
Η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή ψήφισε το 1946 νέο νόμο σχετικά με την οργάνωση της υπηρεσίας της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του υπουργείου Γεωργίας . Ο Νόμος 197 όριζε τις αρμοδιότητες της Τοπογραφικής Υπηρεσίας κατά τον τρόπο που ορίζονταν στο νόμο του 1943 και διαιρούσε τη Διεύθυνση Τοπογραφικής Υπηρεσίας σε Κεντρική και Περιφερειακή. Η Κεντρική Υπηρεσία περιλάμβανε τέσσερα Τμήματα α) Τμήμα Α΄, β) Τμήμα Β΄, γ) Γραμματεία και Διοικητικό και δ) Λογιστήριο. Με Βασιλικό Διάταγμα τον Ιούλιο του 1947 καθορίστηκε το οργανόγραμμα της Υπηρεσίας, η διαίρεση των Τμημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας σε Γραφεία και η αρμοδιότητα αυτών . Συγκεκριμένα το Τμήμα Α΄ ονομαζόταν Μελετών και Ελέγχου και διαιρούνταν σε πέντε (5) γραφεία ως εξής: Γραφείο 1ο Μελετών, Γραφείο 2ο Τριγωνισμού, Γραφείο 3ο Ελέγχου, Γραφείο 4ο Σχεδιάσεων, Γραφείο 5ο Κεντρικού Τεχνικού Αρχείου. Το Τμήμα Β΄ ονομαζόταν Προγράμματος και Κτηματολογίου και διαιρούνταν σε πέντε (5) Γραφεία ως εξής: Γραφείο 1ο Προγράμματος και Στατιστικής, Γραφείο 2ο Κυρώσεως Διανομών και Αποστολής Στοιχείων, Γραφείο 3ο Εκδόσεως Αντιγράφων Διαγραμμάτων και Πινάκων, Γραφείο 4ο Κτηματολογίου, Γραφείο 5ο Χρεώσεων και Παραχωρητηρίων. Τα Τμήματα Γραμματείας και Διοικητικού και Λογιστηρίου δεν διαρούνταν σε επιμέρους Γραφεία. Οι αρμοδιότητες κάθε Τμήματος και Γραφείου παρουσιάζονται αναλυτικά όταν περιγράφονται οι αντίστοιχες σειρές και οι υποσειρές του αρχείου.
Το 1952 με το Βασιλικό Διάταγμα «περί τροποποιήσεως της εις Τμήματα διαιρέσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας της Διευθύνσεως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας» τα Τμήματα Διοικητικού και Γραμματείας καθώς και του Λογιστηρίου διαιρούνται και αυτά σε Γραφεία. Συγκεκριμένα, το Τμήμα Διοικητικού και Γραμματείας ή Τμήμα Γ΄, σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα του 1952, διαιρούνταν σε δύο (2) Γραφεία: α) Γραφείο 1ο Διοικητικό με αρμοδιότητα: την τήρηση των στοιχείων του προσωπικού της Διεύθυνσης, την παρακολούθηση των μετακινήσεων του, την τήρηση και ταξινόμηση νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων καθώς και την επίβλεψη της ασφάλειας και καλής συντήρησης των γραφείων της Κεντρικής Υπηρεσίας. β) Γραφείο 2ο Γραμματείας με αρμοδιότητα: τη διεκπεραίωση των εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων της Διεύθυνσης, την τήρηση του διοικητικού αρχείου και των ειδικών ευρετηρίων. Το Λογιστήριο ή Τμήμα Δ΄ διαιρούνταν και αυτό σε δύο (2) Γραφεία: α) Γραφείο 1ο Λογιστικό με αρμοδιότητα: τη σύνταξη του προϋπολογισμού της Υπηρεσίας, την παρακολούθηση της εφαρμογής του, τη σύνταξη εκθέσεων περί των απαιτούμενων πιστώσεων καθώς και τη σύνταξη σχετικών εντολών πληρωμής και μισθολογικών καταστάσεων. Β) Γραφείο 2ο Κινήσεως Υλικού με αρμοδιότητα την τήρηση μητρώου των οργάνων και του εν γένει τεχνικού υλικού της Διεύθυνσης, τη διαφύλαξή του, τη παρακολούθηση της κίνησης και τον έλεγχο της διαχείρισής του.
Όσον αφορά την Περιφερειακή Υπηρεσία αυτή απαρτιζόταν από Γραφείο Επιθεώρησης με έδρα την Αθήνα, το ανεξάρτητο Γραφείο Τοπογραφικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και τα Τοπογραφικά Τμήματα παρά τις Διευθύνσεις Γεωργίας κάθε Νομού .
Το 1953 με το Νομοθετικό Διάταγμα 2386 «Περί ενοποιήσεως και αποκεντρώσεως των Τεχνικών Υπηρεσιών του Κράτους» η Διεύθυνση Τοπογραφικής Υπηρεσίας εντάχθηκε στο υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων . Βέβαια το άρθρο 5 του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος όριζε ότι η Διεύθυνση Τοπογραφικής Υπηρεσίας του υπουργείου Γεωργίας διατιθόταν στο υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων για ένα διάστημα δύο ετών ώστε να ολοκληρωθούν οι τοπογραφικές εργασίες για την αποπεράτωση του εποικιστικού έργου, διάστημα που θα μπορούσε να παραταθεί ύστερα από σύμφωνη γνώμη των δύο υπουργείων. Στο διάστημα αυτό η Διεύθυνση Τοπογραφικής Υπηρεσίας υπαγόταν στη διοικητική και πειθαρχική εξουσία του υπουργού Γεωργίας.
Η υπαγωγή της Διεύθυνσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας στο υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων τερματίστηκε το 1957 με τον Νόμο 3679 που επανάφερε τη Διεύθυνση Τοπογραφικής Υπηρεσίας στο υπουργείο Γεωργίας με την οργάνωση που είχε πριν από το Νομοθετικό Διάταγμα 2386 του 1953.

Διεύθυνση Ανταλλαγής του Υπουργείου Γεωργίας. Εκτιμητικές Επιτροπές Ανταλλαξίμων

Στις 20-11-1939 η Διεύθυνση Ανταλλαγής του Υπ. Γεωργίας έγινε VII Δ/νσις της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού.

Το Μάιο του 1924 με Ν.Δ. «Περί συστάσεως Γενικής Διευθύνσεως Ανταλλαγής πληθυσμών (Αρ. Εφημ. Κυβ. 98/2-3- Μαΐου 1924)» συστάθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπ. Γεωργίας Γενική Διεύθυνση Ανταλλαγής πληθυσμών με σκοπό να συγκεντρώσει στοιχεία περί των περιουσιών των υπαγόμενων εις την Ανταλλαγήν ομογενών….».

Με ψήφισμα της 3ης Απριλίου 1924 (άρθρα 9-10) της Δ’ Συνελεύσεως των Ελλήνων ιδρύθηκαν Διοικητικές επιτροπές «Προς ελέγχων των δηλώσεων εγκαταλειφθεισών εν Τουρκία Περιουσιών υπό Ανταλλαξίμων ομογενών και καταβολής ποσοστού».

Όλες οι περιοχές που ήταν εστίες του Ελληνισμού πριν από την συνθήκη της Λωζάννης χωρίστηκαν κατά εκκλησιαστικές επαρχίες (π.χ. Καισαρείας , Αμάσειας) και κάθε επαρχία σε κοινότητες (π.χ. κοινότης Αμισού , εκκλησιαστικής επαρχίας Αμάσειας)

Για κάθε μια από τις κοινότητες αυτές συστάθηκε μια Εκτιμητική Επιτροπή (Ε.Ε) που έδρευε σε μέρη που είχαν εγκατασταθεί ανταλλάξιμοι αυτής της κοινότητας . Για τις μεγάλες κοινότητες συστάθηκαν περισσότερες από μια Ε.Ε. με διακριτικό στοιχείο τη διαφορετική έδρα (π.χ. κοινότητα Ανδριανουπόλεως επαρχίας Ανδριανουπόλεως με έδρες Θεσ/κη , Ξάνθη, Κομοτηνή).

Δυο Ε.Ε. της αυτής κοινότητας που συνεδρίαζαν στην ίδια πόλη διακρίνονται με τα στοιχεία Α, Β, (π.χ. κοινότητα Αλάτσατα Α, Β, επαρχία Κρήνης με έδρα την Αθήνα) . Οι Ε.Ε. των πόλεων Σμύρνης και Τραπεζούντας συστάθηκαν με διακριτικό στοιχείο τις ενορίες αυτών των (1) βλ. Βιβλιοθήκη Γ.Α.Κ. τ. 24 πόλεων (π.χ. Αγ. Δημητρίου, Επαρχίας Σμύρνης ή Αγ. Δημητρίου Τραπεζούντας , επαρχίας Τραπεζούντας).

Οι Εκτιμητικές επιτροπές ήταν τετραμελείς . Τρία από τα μέλη ήταν διακεκριμένα πρόσωπα της κοινότητας της οποίας θα εξέταζαν τα περιουσιακά στοιχεία των κατοίκων και είχαν ίδια αντίληψη γι’ αυτά και το τέταρτο μέλος εκτελούσε χρέος γραμματέως και διοριζόταν από το Υπ. Γεωργίας . Αφού ορκίζοταν ενώπιον του Ειρηνοδίκη της έδρας της Ε.Ε. συγκέντρωναν τις αιτήσεις των ανταλλαξίμων , εξέταζαν τις χρηματικές απαιτήσεις του αιτούντος με βάση τα περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα και επιδίκαζαν το ποσό. «Η επιτροπή στηριζόμενη εις τας προσωπικάς γνώσεις και αντίληψιν των μελών της ή εις πληροφορίας δέχεται….». Ο υπολογισμός του ποσού γίνονταν σε Τούρκικες χρυσές λίρες και συνήθως το ποσό ήταν μικρότερο από το ζητούμενο. Ήδη η επιτροπή από την αρχή των συνεδριάσεων είχε ορίσει ένα minimum αποζημιώσεως ανάλογα με το περιουσιακό στοιχείο π.χ. 100 Τ.Λ. για ένα σπίτι , 10 Τ.Λ. για ένα άλογο . Πολλές φορές όμως η δήλωση απορρίπτεται «διότι ο αιτών στερείται επισήμων αποδεικτικών εγγράφων ή τυγχάνει άγνωστος από την επιτροπή και τους λοιπούς συμπολίτες του». Σ’ αυτό τι σημείο αξιοσημείωτα είναι δύο στοιχεία: α)Η επιτροπή σχεδόν πάντα δέχεται και αποζημιώνει τον αιτούντα για προίκα θυγατέρων , αδελφών , ενώ άλλα στοιχεία τα απορρίπτει ως ανυπόστατα , και β) αν ο δικαιούχος είχε πεθάνει και δεν υπήρχε άρρην άμεσος κληρονόμος μέρος της περιουσίας κληρονομούν οι αδελφοί ή οι εξάδελφοι του αποθανόντος και όχι εξ ολοκλήρου η χήρα ή οι θυγατέρες του. Σε περίπτωση ασάφειας ή διπλής δηλώσεως σε δυο Ε.Ε. οι επιτροπές αλληλογραφούσαν μεταξύ τους προκειμένου να καταλήξουν σε απόφαση ή οι ενδιαφερόμενοι κατέφευγαν προς επίλυση της διαφοράς στις Α/θμιες και Β/θμιες Επιτροπές ή Επιτροπές Ασαφών δηλώσεων.

Ελεγκτικό Συνέδριο

Το Ελεγκτικό Συνέδριο ιδρύθηκε με το διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1833 επί της αντιβασιλείας του Όθωνα. Πρώτος πρόεδρος διετέλεσε ο Γάλλος οικονομολόγος Ρενύ, που ήλθε στην Ελλάδα το 1831 με ενέργειες του κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια για να οργανώσει το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο ήταν ανεξάρτητο στην λειτουργία του από υπουργεία και ενεργούσε ως ανώτατο διοικητικό σώμα εποπτείας και ελέγχου των δημοσίων οικονομικών. Η ίδρυση του ήρθε να καλύψει τις ανάγκες ύπαρξης μιας ανώτατης ελεγκτικής αρχής της οικονομικής διοικήσεως από τη μια, και ενός ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου επιφορτισμένου με τον δικαστικό έλεγχο της γενικής οικονομικής διαχειρίσεως του κράτους, από την άλλη.

Ο σκοπός του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως προκύπτει από το ιδρυτικό του διάταγμα, ήταν: «α) Να πληροφορήται δια επεξεργασίας των λογαριασμών ότι διατηρούνται αι γενικαί αρχαί του εγκριθέντος οικονομικού του κράτους συστήματος• ότι πάσα εντός του κράτους διαχείρισις γίνεται κατ’ αυτό το σύστημα• ότι αι επιτετραμμέναι οποιανδήποτε ειδικής διαχείρισιν Αρχαί εκτελούν τα διοικητικά (administratifs) καθήκοντά των ευσυνειδήτως κατά τους υπάρχοντας νόμους, διατάγματα, οδηγίας και καταστάσεις ότι τα έσοδα και τα έξοδα είναι εν τάξει αποδεδειγμένα, και ότι εις τας διοικητικάς Αρχάς δοθέντα χρήματα διετέθησαν δι’ ας ανάγκας εδόθησαν. β) Να κρίνει δια των αποτελεσμάτων των λογαριασμών της διαχειρίσεως, αν, και οποίαι μεταβολαί είναι αναγκαίαι ή κατάλληλοι δια τον γενικόν σκοπόν. Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι η ανωτάτη ως προς το διοικητικόν ελεγκτική αρχή. (άρθρο 2). Εις την δικαιοδοσίαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγεται όλον το λογιστικόν του κράτους, αυτό επιτηρεί τους υπολόγους υπηρέτας αυτού (άρθρο 3).»

Εκτός από τις παραπάνω αρμοδιότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 55-57 του ιδρυτικού διατάγματος, ανετέθη στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ως ανώτατη ελεγκτική αρχή, η επιτήρηση των υπολόγων σχετικά με το λογιστικό, την ακρίβεια των Ταμείων και την τήρηση των βιβλίων Ταμείων, διενεργώντας τουλάχιστον μια φορά το χρόνο - αλλά και όποτε το κρίνει εύλογο - έλεγχο σε όλα τα Ταμεία του Κράτους και τους κλάδους της υπηρεσίας. Σκοπός του ελέγχου ήταν να πληροφορείται «ότι ο υπόλογος εισέπραξε τα όσα ώφειλε να εισπράξει χρήματα εγκαίρως και κατά τάξιν, ότι έκαμε τωόντι τας πληρωμάς και ότι τας έκαμε κατά την περί τούτου άδειαν, ότι τα έσοδα και τα έξοδα επέρασαν εγκαίρως εις τα βιβλία, ότι τα βιβλία κρατώνται κατά τους κανονισμούς και τους τύπους, ότι αι αποδείξεις είναι νόμιμοι, ότι τα έσοδα παρεδόθησαν εις το ανωτέρω Ταμείον και ότι τα περισσεύοντα εκ των εσόδων χρήματα ευρίσκονται τωόντι εις μετρητά εις το Ταμείον και διατηρούνται κατά χρέος»

Στο ιδρυτικό διάταγμα της 27 Σεπτεμβρίου 1833 περιέχονται επίσης διατάξεις που ρυθμίζουν το «σχηματισμό» του Ελεγκτικού συνεδρίου, δηλαδή το σκοπό και τη σύνθεση του σώματος, τις αρμοδιότητες του και τον τρόπο προσκομίσεως των λογαριασμών και ο κατ’ αρχάς έλεγχός τους, η διαδικασία ελέγχου των λογαριασμών και εκδόσεως αποφάσεως κατά περίπτωση και τέλος τα καθήκοντα του Επιτρόπου της επικρατείας και του Γραμματέως.

Με τον καταστατικό νόμο της 27 Σεπτεμβρίου 1833 ανετέθησαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο οι εξής αρμοδιότητες:

  1. Η εκκαθάριση των λογαριασμών από το 1822 μέχρι το 1833 καθώς επίσης και ο έλεγχος των μετά το 1833 ετησίων διαχειρίσεων κάθε υπολόγου (άρθρα 1 και 26)
  2. Ο έλεγχος των διδομένων από τους δημοσίους υπολόγους εγγυήσεων (άρθρο 24)
  3. Η εξέταση της νομιμότητος των παραχωρητηρίων εθνικών κτημάτων (άρθρο 26)
  4. Η εξέταση της νομιμότητος των εκποιήσεων εθνικών κτημάτων που πραγματοποιήθηκαν πριν το 1833 (άρθρο 27)
  5. Η εξέταση των παλαιών χρεών προς το Δημόσιο και κυρίως όσων οφείλονταν από εκποίηση εθνικών κτημάτων (άρθρο 28)
  6. Η επιτήρηση των βιβλίων εγγραφής κινητών και ακινήτων εθνικών κτημάτων (άρθρο 29)
  7. Ο έλεγχος των υπερβάσεων των γενικών και ειδικών πιστώσεων των υπουργείων (άρθρο 30)
  8. Η επιτήρηση της παραδόσεως των δια νόμου ορισθέντων εισοδημάτων στο Χρεολυτικό Ταμείο (άρθρο 31)
    Επίσης υπό την προϋπόθεση της εκδόσεως των σχετικών διαταγμάτων, ανετέθη στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο έλεγχος των λογαριασμών των φιλανθρωπικών καταστημάτων, των σχολείων και των κοινοτήτων. (άρθρο 32) .

Από το 1833 έως το 1887 το Ελεγκτικό Συνέδριο παρουσίασε ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα παρ’ όλες τις δυσκολίες τις σχετικές με το γενικότερο πλαίσιο του Δημοσίου Λογιστικού και του προσωπικού του σώματος.

Αξιοσημείωτο είναι, γι’ αυτήν την περίοδο, το γεγονός ότι ενώ η Α’ Εθνοσυνέλευση του 1844 κατήργησε όλα τα διοικητικά δικαστήρια και το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατηρήθηκε γιατί θεωρήθηκε ως διοικητική επιτροπή και με το Σύνταγμα του 1844 στο κεφάλαιο «περί δικαστικής εξουσίας» (άρθρο 87) ορίζεται ότι «οι Δικασταί καθώς και τα ψήφον έχοντα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου θέλουν είσθαι ισόβια».

Πολλοί νόμοι και διατάγματα συντάχθηκαν με σκοπό να εξυπηρετήσουν τη λειτουργία του Ελεγκτικού Συνεδρίου όμως η ανεπάρκεια του προσωπικού του, η συνεχής διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του, ο τεράστιος όγκος αλλά και η ελλιπής τήρηση των λογαριασμών που όφειλε να ελέγξει, καθώς επίσης και η καθυστέρηση της υποβολής τους, η αστάθεια του Δημοσίου λογιστικού συστήματος και η διαρκής αναμόρφωσή του, οι αντιδράσεις που προκαλούσε η ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του, και τέλος η προβληματική συνεργασία που είχε με το Υπουργείο Οικονομικών ήταν τα σημαντικότερα προβλήματα που αποτελούσαν μόνιμη τροχοπέδη στο έργο του.

Το 1887 προστέθηκαν τέσσερις νέες αρμοδιότητες στο Ελεγκτικό Συνέδριο χωρίς να γίνει όμως καμία ταυτόχρονη αύξηση του προσωπικού του. Οι νέες αρμοδιότητες αφορούσαν: 1) Την εκδίκαση των εφέσεων α) κατά των νομαρχιακών αποφάσεων επί των δημοτικών επιχειρήσεων β )επί των αποφάσεων κατά των μοναστηριακών διαχειρίσεων, γ) κατά των αποφάσεων επί της διαχειρίσεως των ιερών ναών, δ) κατά των αποφάσεων του Υπουργείου στρατιωτικών κατά των διαχειριστών του Στρατού, 2) Τον έλεγχο α) των παραχωρήσεων στους νεοφύτους, β) των παραχωρητηρίων δυνάμει του από 1838-1875 νόμων περί φαλαγγιτικών προικίσεων παραχωρήσεως εθνικών και εκκλησιαστικών κτημάτων, προικοδοτήσεως και διανομής εθνικής γης, εμφυτεύσεως εθνικών και εκκλησιαστικών κτημάτων, 3) Τον έλεγχο των συντάξεων, και 4) Την εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων του επί των συντάξεων Τμηματάρχη του Υπουργείου Οικονομικών για της κρατήσεις των συντάξεων.

Η περίοδος που μεσολαβεί από το 1887 μέχρι το 1923, οπότε και επήλθε η πλήρης αναδιοργάνωση του οργανισμού και της λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, χαρακτηρίζεται από τη θέσπιση των νόμων:
• ΑΥΟΖ΄ /1887 «περί της υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου»,
• 400/1914 «περί συμπληρώσεως του προσωπικού του Συνεδρίου»,
• 1635/1919 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυόντων νόμων»,
• 1937/1920 «περί του τρόπου της ενεργείας του προληπτικού ελέγχου επί των εξόδων του Κράτους».

Με τη συμπλήρωση 90 χρόνων από την ίδρυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου πραγματοποιείται και η αναδιάρθρωση του θεσμού και του ρόλου του με την ψήφιση του νομοθετικού διατάγματος της 6/7/1923 «περί οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου».

Σύμφωνα με το νέο νόμο, το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελείται από έναν πρόεδρο, δύο αντιπροέδρους, δώδεκα συμβούλους, και έξι παρέδρους, ενώ για την εκπροσώπηση του στην Επικράτεια ορίζεται Γενικός Επίτροπος. Για την άσκηση της δικαιοδοσίας του το Ελεγκτικό Συνέδριο διαιρεί τα καθήκοντά του σε τρεις κατηγορίες – συνταγματικά, διοικητικά και δικαστικά-, και σε καθεμία από αυτές θέτει επιτετραμμένους έναν πρόεδρο, έναν εκ των αντιπροέδρων και τέσσερις συμβούλους. Η ολομέλεια του Συνεδρίου συγκροτείται από τον Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους, ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και από έξι τουλάχιστον συμβούλους, ενώ οι αρμοδιότητες της ορίζονται από το άρθρο 34 του διατάγματος.

Βασισμένη στο παραπάνω νομοθετικό διάταγμα, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ψήφισε στις 4/10/1923, τον κανονισμός της εσωτερικής λειτουργίας του που χώριζε τρεις διευθύνσεις (ταμιακών λογαριασμών, διαφόρων λογαριασμών και συντάξεων), τη γραμματεία και το αρχείο και όριζε της αρμοδιότητες εκάστης.

Έτσι:

  • Η Διεύθυνση Ταμειακών Λογαριασμών διαιρείται σε πέντε τμήματα ελέγχου λογαριασμών που η αρμοδιότητά τους ορίζεται κάθε φορά από το αρμόδιο τμήμα του Συνεδρίου και από το Τμήμα Εγγραφών.
  • Η Διεύθυνση Διαφόρων Λογαριασμών διαιρείται σε πέντε τμήματα: α)Τμήμα ελέγχου τελωνιακών προξενικών λογαριασμών και μονοπωλίων, β)Τμήμα ελέγχου ταχυδρομικών, τηλεγραφικών και τηλεφωνικών λογαριασμών, γ)Τμήμα ελέγχου δημοτικών λογαριασμών, δ)Τμήμα ελέγχου διαφόρων άλλων μη δημοσίων διαχειρίσεων και χρηματικών ενταλμάτων ε)Γραφείον Θεωρήσεως παραχωρητηρίων εξαρτώμενων απ’ ευθείας εκ του Διευθυντού.
  • Η Διεύθυνση Συντάξεων διαιρείται σε τέσσερα τμήματα: α)Τμήμα πολιτικών συντάξεων, β)Τμήμα συντάξεων αξιωματικών στρατού ξηράς και θαλάσσης και των οικογενειών αυτών γ)Τμήμα συντάξεων υπαξιωματικών και οπλιτών στρατού ξηράς και θαλάσσης και των οικογενειών αυτών και δ) Ε΄ Τμήμα ελέγχου ταμιακών λογαριασμών καθυστερουσών διαχειρίσεων παρά τη διεύθυνση II (συνιστάται προσωρινώς)
  • Η Γραμματεία περιλαμβάνει: Γραφείο Πρωτοκόλλου, Γραφείο Αντιγραφής, Γραφείο Αποστολής, Γραφείο Προσωπικού και Γραφείο Πληροφοριών
  • Το αρχείο περιλαμβάνει: Γραφείο Αρχείου ταμειακών λογαριασμών, Γραφείο Αρχείου διαφόρων λογαριασμών, Γραφείο Πρωτοκόλλου συντάξεων και Γραφείο Πρωτοκόλλου δικαστικών υποθέσεων.

    Οι αρμοδιότητες και το προσωπικό κάθε Διεύθυνσης Τμήματος και Γραφείου καθορίζονται επίσης από τον οργανισμό που ψήφισε η συνεδρίαση της ολομέλειας της 4/10/1923 .

    Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατανέμει τις αρμοδιότητές της σε τρία τμήματα:
    • Τμήμα Ι: - Έξοδα κράτους και εποπτεία υπηρεσίας θεωρήσεως ενταλμάτων των Υπουργείων

    • Παρακολούθηση δημοσίων εσόδων
      • Προεξέταση απολογισμού και γενικού ισολογισμού του κράτους
  • Εποπτεία των δημοσίων υπολόγων και εγγυήσεων αυτών
    • Έλεγχος λογαριασμών υπολόγων
    • Θεώρηση χρηματικών ενταλμάτων και επιταγών
    • Θεώρηση παραχωρητηρίων
      • Όλες οι μη δικαστικής φύσεως υποθέσεις που υπάγονται στο τμήμα ΙΙ
        • Τμήμα ΙΙ: Κανονισμός συντάξεων και σχετικά προς αυτές ζητήματα
        • Τμήμα ΙΙΙ: Οι μη υπαγόμενες στην Ολομέλεια δικαστικές υποθέσεις

Χώτζης, Ιωάννης

Ο Ιωάννης Χώτζης ήταν λόγιος Κωνσταντινουπολίτης, μέλος του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου Επικρατείας, του Ινστιτούτου Ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και φιλίστορας.

Πατριωτικό Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντίληψης

Το Πατριωτικό Ίδρυμα Κοινωνικής Προστασίας και Αντιλήψεως (Π.Ι.Κ.Π.Α.) ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της Βασίλισσας Σοφίας, το 1914, με την επωνυμία «Πατριωτικός Σύνδεσμος των Ελληνίδων» με την υπ’ αριθ. 6030/1914 απόφαση του πρωτοδικείου Αθηνών. Σκοπός το Συνδέσμου ήταν: α) η νοσηλεία των ασθενών και τραυματιών εν καιρώ πολέμου, σε συνεργασία με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και τη Στρατιωτική Υγειονομική Υπηρεσία και β) η περίθαλψη των απόρων οικογενειών των οποίων οι προστάτες βρισκόταν στις τάξεις του στρατού. Προς εξυπηρέτηση των βασικών αυτών σκοπών του Συνδέσμου αποφασίστηκε η εκπαίδευση επαρκούς και κατάλληλου νοσηλευτικού προσωπικού, η σύσταση νοσοκομείων, η συγκέντρωση και αποθήκευση ειδών ιματισμού και υγειονομικού υλικού, η διάδοση των στοιχειωδών γνώσεων υγιεινής και η καταπολέμηση των επιδημικών νοσημάτων και της φυματίωσης, η νοσηλεία και η περίθαλψη των φτωχών και των πασχόντων από ανίατες ασθένειες, η παροχή βοήθειας σε όσους πλήττονταν από θεομηνίες και στους πρόσφυγες, η προστασία και η περίθαλψη των παιδιών και των βρεφών απόρων γονέων, η σύσταση οικοκυρικής σχολής, η λήψη μέτρων για τη μόρφωση των γυναικών πάνω σε θέματα θρησκείας, ηθικής και πατριωτισμού, η ίδρυση λαϊκών συσσιτίων και τέλος η σύσταση στα διάφορα επαρχιακά κέντρα παραρτημάτων του Πατριωτικού Συνδέσμου των Ελληνίδων για την εφαρμογή και εκεί του παραπάνω προγράμματος.

Οι σταθμοί στην ιστορία του Συνδέσμου μέχρι του τελικού του μετασχηματισμού σε Πατριωτικό Ίδρυμα Κοινωνικής Προστασίας και Αντιλήψεως, με τη μορφή που αυτό λειτούργησε συστηματικά από το 1939 και μετά αναφέρονται παρακάτω.
1917 – Μετονομασία του Πατριωτικού Συνδέσμου σε «Ίδρυμα Περιθάλψεως».
ΦΕΚ Α. 183/ 2-9-1917 Ν. 808 «Περί συστάσεως Πατριωτικού Ιδρύματος
Περιθάλψεως» στο οποίο υπάγεται και το από το 1911 λειτουργούν
«Οικονομικόν Συσσίτιον».
1921 – Καταργείται το «Πατριωτικό Ίδρυμα Περιθάλψεως» ΦΕΚ Α. 167/ 8-9-1921 Ν.2719
και ανασυνίσταται ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Ελληνίδων.
1923 – Καταργείται οριστικώς ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Ελληνίδων ( Νομοθετικό Διάταγμα
26-9-1923 ) και επανιδρύεται το «Πατριωτικό Ίδρυμα Περιθάλψεως». Κατά το
Νομοθετικό Διάταγμα της 26-9-1923, διευρύνεται η αρμοδιότητά του σε ό,τι αφορά
στην προστασία του παιδιού ( καλοκαίρι του 1923, οι πρώτες Παιδικές Εξοχές ).

  • Θεσμός τοποθέτησης παιδιών σε θετές οικογένειες.
  • Τμήμα συσσιτίων.
    1929 – Το «Πατριωτικόν Ίδρυμα Περιθάλψεως» μετονομάζεται σε «Πατριωτικό Ίδρυμα
    Προστασίας Παιδιού ( Π.Ι.Π.Π.)» και γίνεται οριστικώς Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου
    Δικαίου υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγιεινής ( Ν. 4062/ 5-3-1929 ). Με τον νόμο
    αυτόν, τίθεται θεμελιώδης σκοπός του Ιδρύματος η προστασία της Μητρότητας και της
    Παιδικής Ηλικίας και προβλέπεται η ίδρυση παραρτημάτων στις πρωτεύουσες όλων
    των νομών της χώρας (ΦΕΚ Α. 94/ 9-3-1929 Ν. 4062 «Περί Πατριωτικού Ιδρύματος Προστασίας του Παιδιού».)

    Με τον Α.Ν. 1950/1939 (ΦΕΚ Α. 371/7-9-1939) καταρτίζεται ο Οργανισμός του Π.Ι.Κ.Π.Α. που μετονομάζει το Π.Ι.Π.Π. σε «Πατριωτικόν Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως» και του δίνει την υπόσταση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως και επιχορηγείτε από αυτό. Ορίζει ως σκοπούς του ιδρύματος «α)την προστασία της μητρότητος και των παιδικών ηλικιών, β) τη λειτουργία οικονομικών συσσιτίων γ) την παντοειδή αντίληψη των εκ των θεομηνιών πληττομένων και δ)την παντοειδή προστασία των απόρων».

     Βάσει του άρθρου 5 του Α.Ν. 1950, η διοίκηση του Π.Ι.Κ.Π.Α. ασκείται από το Γενικό Συμβούλιο ( 20 μέλη ) και τη Διοικούσα Επιτροπή ( 5 μέλη ) τριετούς θητείας.

Το Γενικό Συμβούλιο καταρτίζει τον «Υπηρεσιακό Οργανισμό του Ιδρύματος» και τον «Ειδικό κανονισμό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως» ( λεπτομέρειες αφορώσες την Διοίκηση, την οικονομική διαχείριση και την εν γένει λειτουργία και πολιτική του Ιδρύματος ).
Το Γενικό Συμβούλιο συστήνει με απόφασή του Τμήματα και Ειδικές Υπηρεσίες του Ιδρύματος, εξαρτώμενες είτε από την Κεντρική Υπηρεσία είτε από τα περιφερειακά Παραρτήματα.

Η Διοικούσα Επιτροπή προπαρασκευάζει τα θέματα προς εισήγησιν στο Γενικό Συμβούλιο. Συντάσσει και υποβάλλει τον προϋπολογισμό, εγκρίνει διαγωνισμούς, τεχνικές και οικονομικές μελέτες, καταρτίζει κανονισμούς λειτουργίας Ειδικών Υπηρεσιών, Τμημάτων και Παραρτημάτων.

Η Γενική Διεύθυνση του Ιδρύματος εκτελεί τις αποφάσεις των δύο αυτών οργάνων. Ο Γενικός Διευθυντής διορίζεται με πράξη του Γενικού Συμβουλίου εγκρινόμενη με απόφαση του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας.

Τα επόμενα χρόνια το Π.Ι.Κ.Π.Α. αναπτύσσεται και μετασχηματίζεται προσθέτοντας στις αρμοδιότητες του νέους φορείς και υπηρεσίες.
Το 1937 συστήνεται η Τεχνική Υπηρεσία του Ιδρύματος ΦΕΚ Α. 364/ 17-9-1937 Α.Ν. 851 «Περί συστάσεως Τεχνικής Υπηρεσίας Πατριωτικού Ιδρύματος Προστασίας Παιδιού».

Το 1939 συστήνεται η Υπηρεσία Αναπήρων Θυμάτων Πολέμου ΦΕΚ 293/ 21-7-1939 Α.Ν. 1833 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της κειμένης περί προστασίας αναπήρων πολέμου νομοθεσίας»
Το 1941 – ΦΕΚ Α. 165/ 15-5-1941 Ν.Δ. 40 «Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών περί του
Πατριωτικού Ιδρύματος». Συστήνονται δύο γνωμοδοτικές Επιτροπές αντίστοιχα για τις
Διευθύνσεις: Α) Προστασίας Μητρότητας και Παιδικής Ηλικίας και Β) Περιθάλψεως και
Συσσιτίων.
Το 1946 – ΦΕΚ Α. 6/ 11-1-1946 Α.Ν. 623 «Περί κυρώσεως της εν Αθήναις την 22 Ιουνίου 1945
συμφωνίας μεταξύ Ελληνικής Κυβερνήσεως και της εν Ελλάδι αποστολής Ερυθρού
Σταυρού». Οι Υπηρεσίες της εν Ελλάδι αποστολής του Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού
υπάγονται προσωρινά στο Π.Ι.Κ.Π.Α.
Το 1947 – ΦΕΚ Β. 37/ 18-3-1947 «Περί προσαρτήσεως από 1-4-1947 των Υπηρεσιών Ελβετικου Ερυθρού Σταυρού εις το Πατριωτικόν Ίδρυμα Κοινωνικής Προνοίας και Αντιλήψεως».
Υπηρεσίες του ερυθρού Σταυρού που προσαρτώνται:
α) Υπηρεσία Παιδικής Διατροφής ( Αθηνών – Επαρχίας )
β) Αντιφυματικό ιατρείο Αθήνας.
γ) Υπηρεσία αποθηκών τροφίμων
δ) Υπηρεσία μεταφορών / εφοδιασμού.
ε) Υπηρεσία επισκεπτριών αδελφών τριετούς φοίτησης.
στ) Ειδικές Εστίες ( 14 τον αριθμό ).

Επίσης το 1947 – ΦΕΚ Α. 183/ 23-8-1947 Ν.Δ. 400 «Περί συμπληρώσεως του υπ’αρίθμ.623 Α.Ν. ( 1946 )». Αφορά τον κανονισμό λειτουργίας της Υπηρεσίας Παιδικής Διατροφής.
Το 1948 – ΦΕΚ Α. 200/ 9-8-1948 Ν.749 «Περί Παιδικών Εξοχών και Ειδικών Εστιών σιτίσεως
παίδων». Αφορά στην οργάνωση και τον κανονισμό λειτουργίας των Παιδικών Εξοχών
και των Ειδικών Εστιών.
Το 1949 – ΦΕΚ Α. 217/ 21-9-1949 Ν.Δ. 1068 «Περί κυρώσεως συμβάσεως μεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του International Children’s Emergency Fund ( Διεθνούς Ταμείου
Κατεπειγούσης Περιθάλψεως Παιδιού )».
Το 1953 – ΦΕΚ Α. 318/ 11-11-1953 Ν.Δ. 2690 «Περί συστάσεως Ειδικής Υπηρεσίας Μητρότητας και Βρέφους εις την ύπαιθρον χώραν». Με την συνεργασία της διεθνούς οργάνωσης UNICEF ορίζεται ως πρώτη περιφέρεια εφαρμογής του προγράμματος της υπηρεσίας ( Κινητές Μονάδες Ιατρικής Παρακολούθησης ) η περιοχή της Θεσσαλίας.
Το 1954 – Εγκαινιάζεται το Κέντρο Αποκαταστάσεως Αναπήρων Παίδων στις πρώην
εγκαταστάσεις Παιδικών Εξοχών της περιοχής Βούλας ( Κ.Α.Α.Π.Β.).
Το 1957 – ΦΕΚ Α. 68/ 29-4-1957 Ν. 3692 «Περί κωδικοποιήσεως των περί Πατριωτικού
Ιδρύματος Κοινωνικής Προνοίας και Αντιλήψεως κειμένων διατάξεων κ.τ.λ.».

  • Σύσταση Γραφείου Διαφώτισης, Τύπου και Στατιστικής ( άρθρο 4, παρ. Ι Ν.3692 )
    Ενώ το 1960 με το Β.Δ. 170 «Περί κυρώσεως του Υπηρεσιακού Οργανισμού Πατριωτικού Ιδρύματος Κοινωνικής Προνοίας και Αντιλήψεως» (ΦΕΚ Α. 40/ 6-4-1960) καθορίζεται το οργανόγραμμα του Π.Ι.Κ.Π.Α.:
    Α΄ Κεντρική Υπηρεσία
    1) Γενική Διεύθυνση
    2) Διεύθυνση Α’, Ιατροκοινωνικής Προστασίας Μητρότητας και Παιδικών Ηλικιών
    3) Διεύθυνση Β’, Παιδικής Πρόνοιας
    4) Διεύθυνση Γ’, Οικονομικών Υπηρεσιών
    5) Υπηρεσία Διοικητικού
    6) Τεχνική Υπηρεσία
    7) Υπηρεσία Επιθεώρησης
    8) Γραφείο Σχέσεων μετά του Εξωτερικού
    9) Γραφείο Δικαστικού και Κτηματολογίου
    10) Γραφείο Διαφώτισης, Τύπου και Στατιστικής
    Β΄ Παραρτήματα
    Γ’ Ειδικές Υπηρεσίες
    α) Παιδική Πολυκλινική
    β) Αναρρωτήριο Πεντέλης
    γ) Κέντρο Αποκαταστάσεως Αναπήρων Παίδων Βούλας
    δ) Σχολή Βοηθών Νοσοκόμων Βούλας
    ε) Σχολή Νηπιοκόμων Ιωαννίνων
    στ) Παιδικό Νοσοκομείο Πεντέλης
    ζ) Κινητές Ιατρικές μονάδες
    η)Κινητά στοματολογικά ιατρεία
    θ) Συμβουλευτικοί Σταθμοί Εγκύων και επιτόκων
    ι) Νηπιαγωγεία
    ια) Συμβουλευτικοί Σταθμοί Βρεφών
    ιβ) Παιδικά Οδοντιατρεία
    ιγ) Παιδικά Ιατρεία εν γένει
    ιδ) Ειδικές Εστίες
    ιε)Παιδικές εξοχές
    ιστ) Αναρρωτήριο Κέρκυρας «Ο άγιος Σπυρίδων»
    Οι παραπάνω ειδικές υπηρεσίες από α-η και από θ-ιδ που λειτουργούν στην περιφέρεια Αθηνών υπάγονται στην Κεντρική Υπηρεσία και εξαρτώνται απ’ ευθείας από αυτή. Οι υπόλοιπες ειδικές υπηρεσίες υπάγονται στα οικεία παραρτήματα από τα οποία και εξαρτώνται.
    Στα χρόνια που ακολούθησαν το Π.Ι.Κ.Π.Α. λειτούργησε με βάση τον παραπάνω οργανισμό και με μικρές αλλαγές αυτού (1961 – ΦΕΚ Α. 38/ 13-3-1961 Β.Δ. 147 «Περί συμπληρώσεως του Υπηρεσιακού Οργανισμού Π.Ι.Κ.Π.Α. δια προσθήκης θέσεων Ειδικής Υπηρεσίας Παίδων εν Λέρω».
    1962 – ΦΕΚ 179/ 3-11-1962 Β.Δ. 668 «Περί κωδικοποιήσεως των περί του Πατριωτικού Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως κειμένων διατάξεων και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων εξ αυτών».
    1973 – ΦΕΚ 10/ 16-1-1973 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Β.Δ. 170/ 60».
    1982 – ΦΕΚ Β. 550/ 4-8-1982 – «Κατάργηση οργανωτικής βαθμίδας Γενικής Διευθύνσεως και μετατροπή θέσεως Ειδικού Γραμματέα του Π.Ι.Κ.Π.Α. με τριετή θητεία».) έως το 1998 οπότε και συντελέστηκε σημαντική αλλαγή στο τρόπο λειτουργίας του με το Ν. 2646 (ΦΕΚ Α. 236/ 20-10-1998) «Ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας και άλλες διατάξεις». Με τον νόμο αυτό, ο Εθνικός Οργανισμός Προνοίας (Ε.Ο.Π.) μαζί με το Π.Ι.Κ.Π.Α. και το Κέντρο βρεφών «Μητέρα» συγχωνεύτηκαν και μετονομάστηκαν σε Εθνικό Οργανισμό Κοινωνικής Φροντίδας ( Ε.Ο.Κ.Φ. ).

Το 2003 ο νόμος 3106 (ΦΕΚ Α. 30/ 10-2-2003) έφερε την «Αναδιοργάνωση του Εθνικού συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας» και οι Υπηρεσίες του Ε.Ο.Κ.Φ. μετατρέπονται σε υπηρεσίες του ΠΕ.Σ.Υ.Π. ( Περιφερειακό Σύστημα Υγείας και Περίθαλψης) ως αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες Υπηρεσιακές Μονάδες με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Τέλος, για το αρχείο του Π.Ι.Κ.Π.Α. δημοσιεύτηκαν δύο υπουργικές αποφάσεις (ΦΕΚ Β. 1708/ 19-11-2003) οι οποίες προβλέπουν ότι η φύλαξη του μεν Προνοιακού Αρχείου του Εθνικού Οργανισμού Κοινωνικής Φροντίδας (Π.Ι.Κ.Π.Α. – Ε.Ο.Π.) ανατίθεται στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας «Αναρρωτήριο Πεντέλης» και Παιδόπολη «Άγιος Ανδρέας» Καλαμακίου και ότι το αρχείο του προσωπικού του Ε.Ο.Κ.Φ. – Π.Ι.Κ.Π.Α. όπως και το υπόλοιπο αρχείο πλην του Προνοιακού φυλάσσεται εκεί όπου στεγάζονταν οι κεντρικές εγκαταστάσεις του Π.Ι.Κ.Π.Α. (οδός Τσόχα 5).

Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού (1917-1928)

Η υπηρεσία του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού ιδρύθηκε στις 7/20 Σεπτεμβρίου 1917 βάσει του νόμου 866 «περί συστάσεως Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού». Για τη στέγαση της υπηρεσίας μισθώθηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 1922 η τριώροφη οικία του ιδιώτη Μιχαήλ Γαλάτη επί της οδού Ηπίτου 15, όπου σήμερα στεγάζεται το 1ο Ενιαίο Πειραματικό Λύκειο Αθηνών. Το Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο ήταν: «αυτοτελής υπηρεσία υπαγομένη εις τας αμέσους διαταγάς του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου». Σκοπός της σύστασης του Πολιτικού Γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 866, ήταν:

  1. Να τηρεί την αλληλογραφία του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου

  2. Να δέχεται και να εξετάζει τις αιτήσεις, τις αναφορές ή τα παράπονα των πολιτών και να μεριμνά για την νόμιμη ικανοποίησή τους

  3. Να εισηγείται στον πρόεδρο του υπουργικού συμβουλίου τα απαραίτητα στοιχεία για τη διεκπεραίωση υποθέσεων στις οποίες κρίνεται αναγκαία η παρέμβασή του.

Η οργάνωση και λειτουργία της υπηρεσίας καθορίστηκαν από το οργανόγραμμα και τον εσωτερικό κανονισμό που συντάχθηκαν από τον πρώτο γενικό διευθυντή του Πολιτικού Γραφείου Α. Αδοσίδη. Σύμφωνα με αυτά, το Πολιτικό Γραφείο διαιρέθηκε σε δύο Τμήματα και οκτώ Γραφεία. Το Α΄ Τμήμα που διαιρούνταν σε πέντε Γραφεία, είχε στην αρμοδιότητά του:

1) Tη συγκέντρωση, αποσφράγιση και κατανομή της όλης αλληλογραφίας, 2) Tα γενικά ζητήματα και τις υποθέσεις εμπιστευτικής φύσεως, 3) Tα ζητήματα που αφορούν τα υπουργεία Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Οικονομικών, Παιδείας, Γεωργίας και Εθνικής Οικονομίας, 4) Tα ζητήματα που αφορούν τις εισφορές που αποστέλλονται προς τον πρόεδρο της Κυβερνήσεως υπέρ του Εθνικού Aγώνα και την πολιτική οργάνωση εν γένει, 5) την υπηρεσία του Πρωτοκόλλου αρχείου και διεκπεραιώσεως καθώς και την προμήθεια και τη διαχείριση της γραφικής ύλης.

Οι αρμοδιότητες του Α΄ Τμήματος επιμερίζονταν στα πέντε Γραφεία που περιλάμβαναν, συγκεκριμένα:

Γραφείο Α΄: αρμόδιο για τη συγκέντρωση, αποσφράγιση και κατανομή της όλης αλληλογραφίας, για την τήρηση του μητρώου των υπαλλήλων καθώς και για την προμήθεια και διαχείριση της γραφικής ύλης.

Γραφείο Β΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Οικονομικών.

Γραφείο Γ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση ζητημάτων που αφορούν εισφορές προς τον πρόεδρο της Κυβερνήσεως υπέρ του Εθνικού Αγώνα, για τις απαντήσεις συγχαρητηρίων τηλεγραφημάτων και επιστολών, καθώς και για την πολιτική οργάνωση.

Γραφείο Δ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Παιδείας, Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας.

Γραφείο Ε΄: αρμόδιο για την τήρηση του βιβλίου πρωτοκόλλου και ευρετηρίου, για την αντιγραφή και παραβολή των τελικώς υπογεγραμμένων εγγράφων και για τη διεκπεραίωση της όλης αλληλογραφίας.

Επιπλέον, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του εντάσσεται η τήρηση του γενικού αρχείου του Γραφείου και ειδικώς των σειρών της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, η τήρηση βιβλίου προσωπικού του Γραφείου, η διενέργεια των αναγκαίων διατυπώσεων που σχετίζονται με τις μεταβολές του προσωπικού του Πολιτικού Γραφείου και η εν γένει λογιστική υπηρεσία.

Το Β΄ Τμήμα διαιρούνταν σε τρία Γραφεία και είχε στην αρμοδιότητά του:

1) υποθέσεις της δικαιοδοσίας των υπουργείων Περιθάλψεως, Συγκοινωνίας, Επισιτισμού, Εξωτερικών, Ανωτάτης Διευθύνσεως Μεταφορών 2) ζητήματα που ανάγονται σε σχέσεις με ξένα κράτη.

Οι αρμοδιότητες του Β΄ Τμήματος επιμερίζονταν στα τρία Γραφεία, συγκεκριμένα:

Γραφείο Ζ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών ξένων κρατών της χώρας.

Γραφείο Η΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Συγκοινωνίας, Περιθάλψεως και των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.

Γραφείο Θ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Επισιτισμού, Εξωτερικών και της Ανωτάτης Διευθύνσεως Μεταφορών.

Ξεχωριστή υπηρεσία στο πλαίσιο του Πολιτικού Γραφείου που τηρούσε ξεχωριστό πρωτόκολλο και είχε διαβιβαστικά έγγραφα με δική του σφραγίδα αποτελούσε το Στρατιωτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού ή Γραφείο Ι΄, στην αρμοδιότητα του οποίου ήταν τα ζητήματα στρατιωτικής και ναυτικής φύσης. Μάλιστα το προσωπικό του Στρατιωτικού Γραφείου, σε αντίθεση με το υπόλοιπο προσωπικό της υπηρεσίας, αποτελούνταν από αποσπασμένους στρατιωτικούς. Επιπλέον, το Πολιτικό Γραφείο τηρούσε σε ξεχωριστούς φακέλους τα έγγραφα που χαρακτηρίζονταν εμπιστευτικά και τα οποία έφεραν ειδική σφραγίδα και αριθμό πρωτοκόλλου.
Το προσωπικό του Πολιτικού Γραφείου, σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο, αποτελούνταν από ένα γενικό διευθυντή, δύο τμηματάρχες, έξι με οκτώ γραμματείς, δύο με τέσσερις δακτυλογράφους και τέσσερις κλητήρες. Ο νόμος προβλέπει επίσης την ενίσχυση του προσωπικού της υπηρεσίας με αποσπάσεις υπαλλήλων από τις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υπουργείων. Την περίοδο 1917-1918 το προσωπικό του Πολιτικού Γραφείου αριθμούσε 19 υπαλλήλους, χωρίς να προσμετρούνται σε αυτούς οι υπάλληλοι του Στρατιωτικού Γραφείου.
Την περίοδο 1919-1920 η πληθώρα των υποθέσεων που διαχειριζόταν το Πολιτικό Γραφείο οδήγησε σε αύξηση των Γραφείων σε σχέση με την περίοδο 1917-1918 και κατά συνέπεια σε μεγαλύτερο επιμερισμό των αρμοδιοτήτων της υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, το Α΄ Τμήμα περιλάμβανε πλέον επτά Γραφεία με τις εξής αρμοδιότητες:

Γραφείο Α΄: αρμόδιο για τη ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας της εσωτερικής υπηρεσίας του Πολιτικού Γραφείου.

Γραφείο Β΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Εσωτερικών.

Γραφείο Γ΄: αρμόδιο για την διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Γραφείο Δ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Δημόσιας Εκπαίδευσης και Εκκλησιαστικών.

Γραφείο Ε΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Οικονομικών.

Γραφείο Ζ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.

Γραφείο Η΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Γεωργίας.

Το Β΄ Τμήμα, με τη σειρά του, περιλάμβανε τέσσερα Γραφεία τα οποία είχαν τις εξής αρμοδιότητες:

Γραφείο Θ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Συγκοινωνίας και της Ανώτατης Διεύθυνσης Μεταφορών.

Γραφείο Ι΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Επισιτισμού.

Γραφείο Κ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Περιθάλψεως.

Γραφείο Λ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Εξωτερικών.

Το Στρατιωτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού ή Γραφείο Σ΄ που ήταν υπεύθυνο για ζητήματα αρμοδιότητας των υπουργείων Στρατιωτικών και Ναυτικών εξακολουθούσε να λειτουργεί, όπως και στην προηγούμενη διετία, ως ξεχωριστή υπηρεσία.

Η αύξηση των Γραφείων του Πολιτικού Γραφείου συνεπαγόταν και την αύξηση του προσωπικού της υπηρεσίας. Έτσι, με το νόμο 1143 του 1918 «περί προσθήκης θέσεων εις το προσωπικόν του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού» οι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυξάνονται σε 29 από 19 που προέβλεπε ο ιδρυτικός νόμος, ενώ συνεχιζόταν η στελέχωση και με αποσπάσεις δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών.

Το 1921 τροποποιείται η οργάνωση της υπηρεσίας του Πολιτικού Γραφείου με σχετική ημερήσια διαταγή του νέου γενικού διευθυντή Χ. Χρηστουλάκη. Το Πολιτικό Γραφείο διαιρείται πλέον σε 12 Τμήματα με τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

Τμήμα Προσωπικού: αρμόδιο για την επίβλεψη των υπαλλήλων, για τα μητρώα και τους ατομικούς φακέλους του προσωπικού καθώς και για τα ζητήματα τα σχετικά με τον Τύπο.

Τμήμα Διεκπεραίωσης: αρμόδιο για τις υπηρεσίες Πρωτοκόλλου και Αρχείου, για τα ζητήματα που ανάγονται στη δικαιοδοσία των ύπατων αρμοστών Κωνσταντινούπολης και Σμύρνης, για τα ζητήματα που ανάγονται στη δικαιοδοσία των Γενικών Διοικήσεων καθώς και για τις απαντήσεις στις γενικής φύσεως επιστολές και στα τηλεγραφήματα.

Τμήμα Ναυτικών: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Ναυτικών.

Τμήμα Στρατιωτικών: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Στρατιωτικών.

Τμήμα Χωροφυλακής και Αστυνομίας: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του Αρχηγείου Χωροφυλακής και των Αστυνομικών Διευθύνσεων.

Τμήμα Εσωτερικών και Παιδείας: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Εσωτερικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Τμήμα Επισιτισμού και Περιθάλψεως: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Επισιτισμού και Περιθάλψεως.

Τμήμα Γεωργίας και Εθνικής Οικονομίας: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Γεωργίας και Εθνικής Οικονομίας.

Τμήμα Εξωτερικών και Οικονομικών: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Εξωτερικών και Οικονομικών.

Τμήμα Δικαιοσύνης: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Τμήμα Συγκοινωνίας και Δημοσίων Έργων: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Συγκοινωνίας και Δημοσίων Έργων.

Τμήμα Γενικού Λογιστηρίου και Ελεγκτικού Συνδέσμου: αρμόδιο για τη διαχείριση του προϋπολογισμού του Πολιτικού Γραφείου και τη μισθοδοσία των υπαλλήλων.

Η δομή αυτή του Πολιτικού Γραφείου διατηρήθηκε σε γενικές γραμμές την περίοδο 1921-1924, με μικρές μόνο αλλαγές που επέφεραν η αφαίρεση ή προσθήκη αρμοδιοτήτων στην υπηρεσία. Έτσι, με την επανάσταση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου το Σεπτέμβριο του 1922 και την εγκαθίδρυση της κυβέρνησης της «Επαναστατικής Επιτροπής-Επανάστασης 1922» μέρος των αρμοδιοτήτων του Πολιτικού Γραφείου, που συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία του, μεταβιβάζεται στο υπουργείο Στρατιωτικών και συγκεκριμένα στο ΙΙ Γραφείο της Επανάστασης. Το Δεκέμβριο του 1923, οπότε γίνονται εκλογές στην Ελλάδα που σηματοδοτούν την επαναφορά στην κοινοβουλευτική άσκηση της εξουσίας, το ΙΙ Γραφείο της Επανάστασης μεταβίβασε τις αρμοδιότητές του στα υπουργεία Στρατιωτικών, Εξωτερικών και στο Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού. Σύμφωνα με τηλεγράφημα του Αρχηγού της Επανάστασης Νικολάου Πλαστήρα, το ΙΙ Γραφείο της Επανάστασης μεταβιβάζει στο Πολιτικό Γραφείο την αρμοδιότητα για τις υποθέσεις αντικατασκοπίας και για όλα τα άλλα ζητήματα, εκτός από εκείνα που αφορούν τη δράση της κομμουνιστικής προπαγάνδας στο στράτευμα, την κατασκοπεία εις βάρος του στρατεύματος και τη δράση και τις ενέργειες της εξωτερικής προπαγάνδας για τα οποία αρμόδια ήταν τα δύο προαναφερθέντα υπουργεία. Επιπλέον, το ΙΙ Γραφείο παραδίδει και τα οικεία τμήματα του αρχείου του στα δύο παραπάνω υπουργεία και στο Πολιτικό Γραφείο. Επίσης, με ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Συνέλευσης το Μάιο του 1924 συστήνεται Επιτροπή Οικονομιών με αρμοδιότητα τον περιορισμό των δαπανών και του προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών, η οποία εξαρτάται από το Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού.

Οι πολιτικές αλλαγές της περιόδου 1921-1924, η αύξηση ή ο περιορισμός αρμοδιοτήτων του Πολιτικού Γραφείου επιφέρουν και αλλαγές στο προσωπικό της υπηρεσίας. Το γενικό διευθυντή του Πολιτικού Γραφείο Χ. Χρηστουλάκη αντικαθιστούν μετά το Σεπτέμβριο του 1922 οι Κ. Πολυχρονιάδης, Π. Τσιμπιδάρος και Γ. Βουτσινάς. Ανάλογες αλλαγές γίνονται και στο υπόλοιπο προσωπικό της υπηρεσίας. Οι οργανικές θέσεις του προσωπικού του Πολιτικού Γραφείο συνεχίζουν να ρυθμίζονται από τον ιδρυτικό νόμο του 1917 και το νόμο 1143 του 1918. Ωστόσο, το 1921 το Πολιτικό Γραφείο αριθμεί 15 μόνιμους υπαλλήλους, αντί για 29 που προέβλεπε ο νόμος 1143. Την επόμενη χρονιά το προσωπικό της υπηρεσίας αποτελείται από 12 μόνιμους υπαλλήλους και 13 αποσπασμένους. Τον Οκτώβριο του 1924 με το νομοθετικό διάταγμα «περί περιορισμού των θέσεων του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού» ο αριθμός των υπαλλήλων της υπηρεσίας μειώνεται σε σχέση με όσους προέβλεπε ο νόμος 1143 του 1918. Σημειώνεται, επίσης, ότι η υπηρεσία του Πολιτικού Γραφείου μεταστεγάστηκε τον Οκτώβριο του 1922 στο μέγαρο Συγγρού επί της οδού Κηφισίας (σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας), στο κτήριο, δηλαδή, όπου σήμερα στεγάζεται το υπουργείο Εξωτερικών.
Νέα αλλαγή στη διοικητική διάρθρωση του Πολιτικού Γραφείου πραγματοποιήθηκε το 1925 επί καθεστώτος Θ. Πάγκαλου. Σύμφωνα με την ημερήσια διαταγή του τότε γενικού διευθυντή Μ. Μανιατόπουλου, η νέα δομή της υπηρεσίας έχει ως εξής:

Τμήμα Α΄ - Γενικό: αρμοδιότητα του Γενικού Τμήματος είναι να τηρεί πίνακα των υπηρετούντων υπαλλήλων και των διευθύνσεών τους, να βοηθά στη διεκπεραίωση των υποθέσεων του Γραφείου του Γενικού Διευθυντή, να φυλάει τη σφραγίδα του Πολιτικού Γραφείου και να τηρεί υπευθύνως κατάσταση των επίπλων και των σκευών του Πολιτικού Γραφείου. Το Α΄ Τμήμα διαιρείται σε δύο επιμέρους τμήματα: α) Γραφείο Πρωτοκόλλου και Διεκπεραιώσεως και β) Αρχείο.

Τμήμα Β΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Δικαιοσύνης.

Τμήμα Γ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Οικονομικών, Συγκοινωνίας και Εσωτερικών.

Τμήμα Δ΄: αρμόδιο για τη διεκπεραίωση των εγγράφων και υποθέσεων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των υπουργείων Εξωτερικών, Γεωργίας, Παιδείας, Εθνικής Οικονομίας και Πρόνοιας.

Γραφείο Γενικού Διευθυντή : περιλαμβάνει τα εξής δύο γραφεία: α) Γραφείο α΄, αρμόδιο για την παρακολούθηση όλων των εφημερίδων του ελληνικού και ξένου Τύπου καθώς και για την εκτέλεση μεταφράσεων ή τη σύνταξη απαντήσεων σε ξένη γλώσσα. β) Γραφείο β΄, αρμόδιο για τη συλλογή πληροφοριών του ΙΙ Γραφείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και του υπουργείου Εσωτερικών.

Ιδιαίτερο Γραφείο Πρωθυπουργού: αρμοδιότητα του Ιδιαίτερου Γραφείου του Πρωθυπουργού είναι να τηρεί την ατομική αλληλογραφία του Πρωθυπουργού και να απαντά επ’ αυτής σύμφωνα με τις οδηγίες του προέδρου της Κυβερνήσεως. Επιπλέον, το γραφείο αυτό δέχεται τα άτομα και τις αντιπροσωπείες που είναι εφοδιασμένες με δελτίο ακροάσεως και κανονίζει τη σειρά παρουσίασής τους στον πρωθυπουργό.

Η παραπάνω δομή του Πολιτικού Γραφείου διατηρήθηκε σε γενικές γραμμές την περίοδο 1925-1928. Ωστόσο, την παραπάνω περίοδο, η προσθήκη αρμοδιοτήτων στην υπηρεσία επέφερε και κάποιες μικρότερες αλλαγές στη δομή της, οι οποίες όμως δεν επηρέασαν το γενικό πλαίσιο της διοικητικής διάρθρωσης του Πολιτικού Γραφείου, όπως καθορίστηκε από την ημερήσια διαταγή του 1925. Έτσι, τον Ιούλιο του 1925 με απόφαση του προέδρου της Κυβέρνησης Θ. Πάγκαλου συγκροτήθηκε ΙΙ Γραφείο Πληροφοριών και Κατασκοπείας με τον τίτλο «Γραφείο Πληροφοριών του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού». Το Γραφείο Πληροφοριών αναλάμβανε την αλληλογραφία με τις στρατιωτικές, αστυνομικές και πολιτικές αρχές για ζητήματα πληροφοριών, κατασκοπείας και προπαγάνδας, τηρούσε ανεξάρτητο αρχείο και δική του σφραγίδα με τον τίτλο «Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ΙΙ Γραφείο». Το Γραφείο Πληροφοριών διαιρούνταν σε πέντε τμήματα με τις εξής αρμοδιότητες:

Τμήμα Ι – Γραμματεία: αρμοδιότητά του η παραλαβή, η αποσφράγιση, ο χαρακτηρισμός, η πρωτοκόλληση και η διανομή των εγγράφων. Η παραλαβή των εκδιδόμενων διαταγών, η πρωτοκόλληση, δακτυλογράφηση, παραβολή και διεκπεραίωση των εγγράφων. Η τήρηση του αρχείο των σχεδίων των διαταγών, της σφραγίδας και των κρυπτογραφικών λεξικών.

Τμήμα ΙΙ – Κομμουνιστική Κίνηση: αρμοδιότητά του τα ζητήματα που αφορούν τον κομμουνισμό, το μπολσεβικισμό, τους κομμουνιστικούς συλλόγους, το Εργατικό Κέντρο, τους Παλαιούς Πολεμιστές, τα θύματα πολέμου Μοπρ (αρχικά στα ρωσικά Διεθνής Ένωση για την Περίθαλψη των Επαναστατών) και τις απεργίες.

Τμήμα ΙΙΙ – Εφεδρικό Ζήτημα: αρμοδιότητά του τα ζητήματα που αφορούν τις εφεδρικές οργανώσεις και τα αιτήματά τους, την εθνικιστική οργάνωσή τους, τον τάφο του Αγνώστου Στρατιώτη και τα μνημόσυνα υπέρ των πεσόντων.

Τμήμα IV – Εσωτερική Κίνηση: αρμοδιότητά του η παρακολούθηση του ελληνικού Τύπου και της κίνησης των διαφόρων πολιτικών ομάδων.

Τμήμα V – Εξωτερική Κίνηση: αρμοδιότητά του η παρακολούθηση του ξένου Τύπου, των ξένων προπαγανδών στην Ελλάδα και της κίνησης των πρακτόρων.

Το Γραφείο Πληροφοριών του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού συνέχισε να υφίσταται μέχρι και τις αρχές του 1926 οπότε και αντικαθίσταται από την Υπηρεσία Γενικής Ασφάλειας του Κράτους. Σύμφωνα με το νομοθετικό διάταγμα της 29ης Ιανουαρίου 1926 «περί συστάσεως Υπηρεσίας Γενικής Ασφάλειας του Κράτους» η νέα υπηρεσία εξαρτάται άμεσα από τον πρόεδρο της Κυβέρνησης αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις αρμοδιότητες του Γραφείου Πληροφοριών του Πολιτικού Γραφείου. Το 1927 η Υπηρεσία Γενικής Ασφάλειας του Κράτους καταργήθηκε και οι αρμοδιότητές της μεταβιβάστηκαν στο υπουργείο Εσωτερικών.

Με το νομοθετικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1926 «περί συστάσεως θέσεως Υφυπουργού του Υπουργικού Συμβουλίου», στις αρμοδιότητες του Πολιτικού Γραφείου προστέθηκαν και αυτές του επίσημου Γραφείου του Υπουργικού Συμβουλίου, ενώ ο γενικός διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου έλαβε και τη θέση του υφυπουργού του υπουργικού συμβουλίου. Σύμφωνα με το παραπάνω νομοθετικό διάταγμα, ο υφυπουργός είχε στην αρμοδιότητά του την έγκριση των σχεδίων νόμων των διαφόρων υπουργείων προτού υποβληθούν στο υπουργικό συμβούλιο, τη θεώρηση των δοκιμίων της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ενώ ασκούσε πειθαρχική δικαιοδοσία και στο προσωπικό του Εθνικού Τυπογραφείου. Με νομοθετικό διάταγμα στις 30 Αυγούστου 1926 η θέση και οι αρμοδιότητες του υφυπουργού του υπουργικού συμβουλίου καταργήθηκαν.

Ο αριθμός των υπαλλήλων του Πολιτικού Γραφείου καθορίστηκε εκ νέου με το νομοθετικό διάταγμα της 13ης Σεπτεμβρίου 1925 «περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του Νόμου 866 περί ιδρύσεως Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού». Συγκεκριμένα, προβλεπόταν η προσθήκη μιας θέσης ιδιαίτερου γραμματέα του Πρωθυπουργού, ενώ ρυθμιζόταν το ζήτημα της αναπλήρωσης του γενικού διευθυντή σε περίπτωση απουσίας καθώς και τα ζητήματα που αφορούσαν την απόσπαση υπαλλήλων στο Πολιτικό Γραφείο. Σύμφωνα λοιπόν με ημερήσια διαταγή του Πολιτικού Γραφείου το Σεπτέμβριο του 1925 που καθόριζε τις τοποθετήσεις του προσωπικού, η υπηρεσία στελεχωνόταν από 15 μόνιμους «τακτικούς» υπαλλήλους και 11 αποσπασμένους. Νέα τροποποίηση στον αριθμό των οργανικών θέσεων επέφερε απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής επί των Οικονομιών το Νοέμβριο του 1927 περιορίζοντας τον αριθμό των υπαλλήλων της υπηρεσίας.

Το προσωπικό του Πολιτικού Γραφείου, και ιδιαίτερα τα υψηλόβαθμα στελέχη και οι αποσπασμένοι υπάλληλοι, εξαρτούσε την παραμονή του στην υπηρεσία από την εκάστοτε πολιτική κατάσταση. Συνεπώς, οι συχνές αλλαγές κυβερνήσεων και οι στρατιωτικές επαναστάσεις της περιόδου 1925-1928 (σε διάστημα τεσσάρων ετών αλλάζουν έξι διαφορετικές κυβερνήσεις) είχαν αποτέλεσμα και συχνές απολύσεις και διορισμούς υπαλλήλων στο Πολιτικό Γραφείο. Η άνοδος του Θ. Παγκάλου στην εξουσία τον Ιούνιο του 1925 είχε επακόλουθο την αντικατάσταση του γενικού διευθυντή του Πολιτικού Γραφείου Γεράσιμου Σολδάτου με τον Μιλτιάδη Μανιατόπουλο. Με την ανάληψη του πρωθυπουργικού αξιώματος από τον Αθ. Ευταξία τον Ιούλιο του 1926 διορίστηκε νέος γενικός διευθυντής ο Α. Πανόπουλος. Ένα μήνα αργότερα τα ηνία της χώρας ανέλαβε ο στρατηγός Γ. Κονδύλης και νέος γενικός διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου ανέλαβε ο Γ. Βουτσινάς. Το Δεκέμβριο, τέλος, του 1926 ορκίστηκε η κυβέρνηση Αλ. Ζαΐμη και στη θέση του γενικού διευθυντή διορίστηκε ο Ε. Ζαχαρόπουλος. Ανάλογες αλλαγές έγιναν βέβαια και στο κατώτερο προσωπικό της υπηρεσίας του Πολιτικού Γραφείου.

Το Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας τη λειτουργία του. Οι αρμοδιότητες βέβαια και η διοικητική διάρθρωση του έχουν τροποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Μόνο το Ιδιαίτερο Γραφείο του Πρωθυπουργού και το Γραφείο Τύπου διατηρήθηκαν στο οργανόγραμμα της υπηρεσίας από την περίοδο 1917-1928 μέχρι σήμερα. Πάντως, όπως και στο παρελθόν, σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα 98/2005, το Πολιτικό Γραφείο, που θεωρείται αυτοτελής δημόσια υπηρεσία, έχει κύριο σκοπό την υποβοήθηση και εξυπηρέτηση του πρωθυπουργού στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

Αποτελέσματα 1 έως 100 από 1046